The Irish Bastard: η ιστορία μιας πασχαλινής irish punk κωμωδίας που διακρίθηκε δύο φορές ενώ κινδύνεψε να μην παιχτεί ποτέ.

irish bastard.jpg

Ήταν σαν σήμερα, 18 Απριλίου 2015 όταν η κωμωδία The Irish Bastard ολοκλήρωσε τον κύκλο της. Τελείωσε εκεί που εμφανίστηκε για πρώτη φορά πριν από έναν χρόνο και δύο μήνες. Στη σκηνή όπου διαγωνίσθηκε και κόπηκε αρχικά, σε διαγωνισμό του θεάτρου Λύχνος Τέχνης και Πολιτισμού στο Γκάζι. Εκεί επέστρεψε ξανά για να νικήσει και να αποκτήσει το πρώτο βραβείο στο 1ο Athens Comedy Festival.

Αυτή είναι η ιστορία του The Irish Bastard και μιας θεατρικής ομάδας νέων ηθοποιών που έκαναν τον κόσμο να γελά, να συγκινείται, να προβληματίζεται και να τραγουδάει κάτω από τους ρυθμούς του Fields of Athenry και των Dropkick Murphys. Η ιστορία του πρώτου θεατρικού έργου που έγραψα και σκηνοθέτησα. Η ιστορία του Πάντι του Ιρλανδού και των φίλων μας.

The Irish Bastard – Το θεατρικό και η ομάδα StART

Είχε ξεκινήσει σαν πλάκα. Μία φίλη μου είχε φέρει μια μπλούζα από  την Ιρλανδία, μια μπλούζα πράσινη με κάτι τριφύλλια και μια λευκή επιγραφή «Ireland». Όταν τη φορούσα, όσοι ήταν Παναθηναικοί έκαναν χαρές και έλεγαν «έλα ρε τριφυλλάρα» κτλ. ενώ με ρωτούσαν αν την φορούσα στον Πειραιά, διότι υπήρχε και καλά κίνδυνος να τις φάω από κανέναν πωρωμένο Ολυμπιακό. Και κάπως έτσι μου γεννήθηκε στο μυαλό η ιδέα ενός Ιρλανδού που μες στην άγνοια του έρχεται στον Πειραιά και πέφτει θύμα χουλιγκανισμού λόγω του τριφυλλιού, του συμβόλου της πατρίδας του.  Μια κωμωδία παρεξηγήσεων, γκάφας και χαβαλέ που θέλει να κριτικάρει πάνω από όλα τον φανατισμό και την στενομυαλιά του Έλληνα.

Ήταν ακόμα Γενάρης του 2014 και εγώ βρισκόμουν στο δεύτερο έτος της δραματικής όταν άρχισα να γράφω το σενάριο. Και ήταν τότε που μερικά παιδιά από τη σχολή σχημάτισαν μια θεατρική ομάδα με σκοπό να διαγωνιστούν σε ένα φεστιβάλ τον Φλεβάρη. Μιας και είχα το σενάριο και τις πρώτες σκηνές έτοιμες, τους παρουσίασα την ιδέα και τη δέχτηκαν με χαρά. Μερικοί ρόλοι προσαρμόστηκαν πάνω στα παιδιά και το έργο πήρε το δρόμο του. Και κάπως έτσι γεννήθηκε η ομάδα μας, η StART που άρχισε να δουλεύει πάνω στο Irish Bastard (Ο Νόθος από την Ιρλανδία) όπως τελικά ονοματίστηκε το έργο. Η Έφη πήρε το ρόλο της Λίτσας, ο Κίμωνας του Σταύρου, ο Αντώνης και η Ντενίζ τα παιδιά της οικογένειας με τα ίδια ονόματα και ο Μάριος το ρόλο της αξέχαστης Γιαγιάς, της «κωλόγριας» που έκλεβε πάντα την παράσταση. Όσο για μένα, έπαιξα τον Πάντι, ρόλος στα αγγλικά με προφορά όσο το δυνατόν ιρλανδική.

1623745_10203217078216499_130637709_n

The Irish Bastard – Η υπόθεση του έργου

Το έργο διαδραματίζεται το Πάσχα του 2014 σε ένα σπίτι στον Πειραιά. Στην πρώτη σκηνή βλέπουμε τον Σταύρο και την Λίτσα να περιμένουν τον γιο τους, τον Αντώνη, να γυρίσει από το αεροδρόμιο. Ο Αντώνης σπουδάζει σε πανεπιστήμιο της Αγγλίας και έρχεται να περάσει τις διακοπές μαζί με τους δικούς του. Όμως δεν καταφθάνει μόνος. Έχει έναν φίλο Ιρλανδό, τον Πάντι, ο οποίος κάνει την χειρότερη εντύπωση στους γονείς του Αντώνη αφού οι δύο νέοι έρχονται μεθυσμένοι και με διάθεση για σαματά. Την ένταση ανεβάζει η Γιαγιά, η μητέρα του Σταύρου και πεθερά της Λίτσας, που μπαινοβγαίνει στο σπίτι και ανακατεύεται μονίμως στα οικογενειακά τους.  Ακόμα χειρότερα τον Πάντι υποδέχεται η Ντενίζ, η μικρή αδελφή του Αντώνη, η οποία βγάζει όλο της το μίσος για τους εχθρούς της ομάδας της πάνω στον Ιρλανδό.

DSC03142.jpg

Κάπως έτσι ξεκινά η πρώτη μέρα στο έργο αν και τα πράγματα θα γίνουν περισσότερο ανυπόφορα για την οικογένεια. Ο Αντώνης επικοινωνεί με μια πρώην του και φεύγει από το σπίτι για να κάνει Πάσχα μαζί της και όσο για τον Πάντι, τον αφήνει σπίτι να τον φιλοξενούν οι δικοί του. Τότε είναι που αρχίζει ένας μεγάλος αγώνας από την Λίτσα, την Ντενίζ και τη Γιαγιά να πετάξουν έξω τον Ιρλανδό, κάνοντας το να φανεί σαν ατύχημα.

startt

Όμως η τύχη του Ιρλανδού δεν εγκαταλείπει τον Πάντι και κάθε παγίδα που του στήνουν πιάνει τους ίδιους. Και καθώς η Μεγάλη Βδομάδα συνεχίζεται, η οικογένεια αρχίζει να έρχεται πιο κοντά στον Πάντι εκτιμώντας τις καλές του προθέσεις, την χαρά και την ανεμελιά που τον χαρακτηρίζουν, όλα εκείνα δηλαδή που τους θυμίζει πως είχαν και οι ίδιοι κάποτε ίδιοι μα με το πέρασμα των χρόνων έχουν χάσει.  Τα ευτράπελα δεν σταματούν, αντιθέτως κορυφώνονται το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής όταν η Γιαγιά, έχοντας χτυπήσει το κεφάλι της στο προσκύνημα του επιτάφιου, επιστρέφει αλλαγμένη, λέγοντας πως είδε τον Άγιο Πατρίκιο, τον καθολικό άγιο-προστάτη της Ιρλανδίας, τον οποίο αρχικά αρνιόταν κατηγορηματικά. Το ένα θαύμα φέρνει το άλλο μα, παρά το γλέντι της οικογένειας, όλα οδηγούνται και πάλι στη διάλυση όταν ο Σταύρος θυμάται τα νιάτα του, μιλώντας για μια Ιρλανδέζα που είχε γνωρίσει κάποτε σε ελληνικό νησί. Ακούγοντας το όνομα της, ο Πάντι αναγνωρίζει την μητέρα του καθώς και κάποια στοιχεία που του έλεγαν για τον πατέρα του εκείνοι που ανέλαβαν την ανατροφή του. Και τότε είναι που συνειδητοποιούν ότι ο Πάντι είναι ο νόθος γιος του Σταύρου όπου και γίνεται το έλα να δεις σε μια κωμική σκηνή που θυμίζει την σταύρωση του Χριστού από τη γνωστή τηλεοπτική σειρά του Τζεφιρέλι με την χαρακτηριστική μουσική να τη συνοδεύει.

DSC03102.jpg

Το έργο τελειώνει με την αφήγηση του Αντώνη που εξηγεί τα όσα ακολούθησαν από το Μεγάλο Σάββατο και μετά. Έπειτα βλέπουμε την οικογένεια όλη μαζί να κλείνει το σπίτι και να φεύγει για το αεροδρόμιο, μιας και όλοι έχουν αποφασίσει να αφήσουν τα πάντα πίσω και να ξεκινήσουν τη ζωή τους από την αρχή στην Ιρλανδία μαζί με τον Πάντι, τον γουρλή που έπιασε το λαχείο. Λίγο πριν φύγουν, η Ντενίζ καταφέρνει να πετύχει τη φάρσα με το καθαρτικό που είχε ξεκινήσει από την δεύτερη σκηνή, ενώ εμφανίζεται η αγαπημένη όλων, η Γιαγιά. Το έργο κλείνει με την ατάκα της «ποιος είναι ο Πάντης;» και με ένα επτάλεπτο βίντεο που, κάτω από τη μουσική του Fields of Athenry, αφηγείται τα όσα ακολούθησαν  όταν η οικογένεια μετανάστευε στην Ιρλανδία. Κάτι σαν έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.

DSC07880.JPG

The Irish Bastard – η πορεία, οι παραστάσεις και τα βραβεία

Το έργο, παρά τις ατυχίες που αντιμετώπισε (και πιστέψτε με ήταν πολλές, από πρόβλημα με την σχολή και την εξεταστική μέχρι και τραυματισμό) συμμετείχε στο διαγωνισμό του Λύχνος, τον Φλεβάρη του 2014. Οι ομάδες είχαν να δείξουν μέχρι 20 λεπτά από την παράσταση τους σε μια κλειστή κριτική επιτροπή. Το Irish Bastard δεν κατάφερε να προχωρήσει. Η ομάδα απογοητεύτηκε και για κάμποσο διάστημα διαλύθηκε. Το όνειρο μας να παίζουμε σε δικό μας θέατρο, είχε μόλις ναυαγήσει και μάλιστα πανηγυρικά αφού κανείς πια δεν ασχολήθηκε με το έργο αλλά με τη σχολή και τις σπουδές μας.

Προς το τέλος της σχολικής χρονιάς, και ενώ τα ξαναβρήκαμε σαν ομάδα, αποφασίσαμε να ξαναρισκάρουμε για δεύτερη φορά σε νέο διαγωνισμό. Ήταν το θέατρο Cartel που οργάνωνε ένα τουρνουά θεατρικών παραστάσεων με έπαθλο το θέατρο για την επόμενη σαιζόν. Στο τουρνουά αυτό πήραν μέρος 12 ομάδες οι οποίες είχαν όλες 25 λεπτά στη διάθεση τους για να παρουσιάσουν στο κοινό την παράσταση τους. Αυτή τη φορά κριτές ήταν οι θεατές οι οποίοι είχαν δικαίωμα ψήφου.

11077853_629034257198283_2115359866770941905_n

Λες και μας κυνηγούσε κατάρα, η μέρα που παίζαμε εμείς συνέπεσε με την εξεταστική, όπως πάνω κάτω είχε γίνει και με τον προηγούμενο διαγωνισμό. Τώρα ήταν ακόμα χειρότερο διότι η εξεταστική δεν λάμβανε χώρα μέσα σε αίθουσα της σχολής αλλά στο θέατρο Ροές. Έπειτα από διάφορες συγκρούσεις και ενώ όλα ήταν έτοιμα να τιναχτούν στον αέρα, καταφέραμε να παίξουμε και να διαγωνιστούμε στο Cartel.

Και κερδίσαμε. Ήμασταν οι νικητές της βραδιάς. Νικήσαμε στον ημιτελικό και προκριθήκαμε με 22 ψήφους στον τελικό, αμέσως, ακριβώς την επόμενη νύχτα.

10439459_10152299901958172_995904614253435285_n

Παίξαμε ξανά με ακόμα περισσότερη αυτοπεποίθηση και ενέργεια και με ακόμα περισσότερο κοινό. Αν μη τι άλλο είχαμε αποδείξει σε όλους εκείνους που δεν είχαν πιστέψει σε εμάς, ότι μπορούσαμε να τα καταφέρουμε. Τούτη τη φορά δεν φτάσαμε την κορυφή, τερματίσαμε όμως στην τρίτη θέση με 55 ψήφους. Ήταν μια καλή βραδιά με πολύ κέφι, χαρά και φυσικά ποτό. Μια βραδιά δεν μας ξενέρωνε, γιατί ήμασταν ήδη μεθυσμένοι από την νίκη της προηγούμενης μέρας και από τα χειροκροτήματα του κοινού που επί δύο νύχτες κάναμε να γελάει. Η StART θα συνέχιζε.

Και ναι, συνέχισε. Κλείσαμε τη Φάμπρικα στο Γκάζι για να παίξουμε από το φθινόπωρο και ανανεώσαμε το ραντεβου μας για Σεπτέμβρη. Δουλεύαμε σχεδόν κάθε βράδυ κάνοντας πρόβες μέχρι αργά. Βρήκαμε χορηγούς, φτιάξαμε τα γραφιστικά και σιγά-σιγά μια παράσταση φτιάχτηκε από το μηδέν.  Το Irish Bastard ήταν έτοιμο να παιχτεί ολοκληρωμένο.

10393842_10204392534645626_4084392731138798665_n

Και θα παιζόταν μέχρι την Κυριακή των Βαΐων, για πέντε μήνες, σε ένα υπόγειο θεατράκι 40-50 θέσεων, με τις περισσότερες Κυριακές να είναι γεμάτο από κόσμο. Ωστόσο, μία βδομάδα πριν την πρεμιέρα, μια ακόμα αναποδιά ήρθε να τα ανατρέψει όλα, αλλά δεν τα κατάφερε. Το ρόλο του Σταύρου πλέον θα έπαιζε ο Στράτος, ο δίδυμος του Αντώνη, ο οποίος έμαθε ολόκληρο το έργο μέσα σε λίγες μόνο μέρες.

Και έτσι παίζαμε το Irish Bastard στις Κυριακές στην Φάμπρικα μέχρι που ήρθε το Πάσχα όπου δώσαμε την τελευταία παράσταση την οποία και γιορτάσαμε με ιρλανδέζικο πάρτι.

11026222_436771716486043_3638174907255037727_n

Και ενώ πιστεύαμε πως το ταξίδι του Ιρλανδού είχε τελειώσει, είδαμε την ανακοίνωση από το θέατρο Λύχνος που διοργάνωνε νέο διαγωνισμό, αυτή τη φορά κωμωδίας. Τούτη τη φορά οι ομάδες είχαν στη διάθεση τους όλο το χρόνο και όχι μόνο λίγα λεπτά στη σκηνή ενώ την παράσταση μπορούσε να παρακολουθεί ο οποιοσδήποτε. Έμοιαζε με το τουρνουά του Cartel. Ήταν το 1st Athens Comedy Festival

Παρόλο που η παράσταση είχε κατέβει, τα παιδιά συμφώνησαν να πάρουμε μέρος και να διαγωνιστούμε. Κανείς μας δεν είχε ξεχάσει την πικρία που είχε αισθανθεί ένα χρόνο πριν σε εκείνο το θέατρο. Τώρα μας δινόταν η ευκαιρία να δείξουμε τι πραγματικά αξίζαμε και εμείς και το έργο. Και αυτό θα το έκρινε ο κόσμος.

Και έτσι βρεθήκαμε πάλι στη σκηνή του Λύχνος από όπου είχαμε ξεκινήσει. Κάναμε για ακόμα ένα βράδυ τον κόσμο να γελά, να ξεκαρδίζεται, να χειροκροτά και να τραγουδάει. Και μετά την υπόκλιση, σήκωσα την τραγιάσκα του Πάντι και την κοπάνησα κάτω. Τo Irish Bastard είχε τελειώσει εκεί που είχε αρχίσει. Στην ίδια σκηνή.

Αλλά με μία διαφορά! Είχε νικήσει το 1ο Athens Comedy Festival. Από όλες τις παραστάσεις και από όλες τις ομάδες που πήραν μέρος στο διαγωνισμό, ο κόσμος ανέδειξε εμάς και το Irish Bastard. Είχαμε νικήσει. Εκεί που έναν χρόνο πριν φεύγαμε ντροπιασμένοι και μετανιωμένοι, τώρα αποχωρούσαμε γλεντώντας. Ο Ιρλανδός είχε νικήσει.

WinnerIrish

The Irish Bastard – οι χαρακτήρες και το μήνυμα του έργου

Στην ουσία στο Irish Bastard δεν υπάρχει πρωταγωνιστής. Παρόλο που το όνομα του έργου παραπέμπει κατευθείαν στον χαρακτήρα του Πάντι, ο Ιρλανδός δρα ως καταλύτης. Είναι αυτός ο ξένος που μπαίνει σε ένα κλειστό κύκλο (στην περίπτωση μας οικογενειακό) και άθελα του προκαλεί τους πάντες να δείξουν τον πραγματικό τους εαυτό. Και παρόλο που αρχικά όλοι τους βγάζουν μόνο την αρνητική τους πλευρά (η οποία είναι και αυτή που βγάζει το γέλιο στον θεατή) η αφέλεια και η καλοσύνη του ξένου τους κάνει να θυμούνται τα καλά τους στοιχεία τα οποία έχουν θαφτεί μέσα στον καιρό της κρίσης, της πίεσης, της καταπίεσης και της υποτιθέμενης ευημερίας. Φυσικά στο τέλος γίνονται και μερικά θαύματα  τα οποία έχουν να κάνουν τόσο με το θέμα των Ιρλανδών (η περίφημη Τύχη τους) αλλά και με το θέμα των Ελλήνων (το Πάσχα, η Ανάσταση και η χαρά της αναγέννησης). Δεν είναι τυχαίο που το έργο τοποθετείται χρονικά μέσα στην Μεγάλη Εβδομάδα. Υπάρχει μια συμβολική πορεία των χαρακτήρων μέσα στα Πάθη, στη Δοκιμασία, στον Πειρασμό, στην Σταύρωση και τελικά στην Ανάσταση. Ο Εφιάλτης τελειώνει, η Συγχώρεση έρχεται και όλοι τους, έχοντας θυμηθεί ποιοι πραγματικά είναι, ξεκινούν ένα νέο ξεκίνημα. Μα για να γίνει αυτό, όπως συμβαίνει στο τέλος του έργου, κάποια πράγματα πρέπει να μείνουν πίσω. Και έτσι η οικογένεια μαζί με τον Πάντι φεύγουν για την Ιρλανδία, έχοντας αποδεχτεί από τη μία ότι και στην Ελλάδα ήταν πρόσφυγες αλλά ότι όσο έχουν ο ένας τον άλλον, δεν φοβούνται να ξεκινήσουν από το μηδέν, έχοντας γίνει πια καλύτεροι άνθρωποι.

StART.pr

Το Irish Bastard είναι πρωτίστως κωμωδία χαρακτήρων και τύπων. Οι χαρακτήρες του έργου βρίσκονται παντού γύρω μας. Η οικογένεια που υποδέχεται τον Πάντι είναι μια μικρογραφία της ελληνικής κοινωνίας και το έργο ασχολείται περισσότερο με αυτήν. Στον Σταύρο βλέπουμε τους χρεωμένους νοικοκύρηδες που πασχίζουν στη δουλειά για να συντηρήσουν μια κακομαθημένη οικογένεια. Στην Λίτσα βλέπουμε τις καταπιεσμένες συζύγους με τα χίλια δυο κόμπλεξ που γαντζώνονται πάνω από τα παιδιά τους, έχοντας τα μεγαλώσει με λάθος πρότυπα. Στον Αντώνη βλέπουμε τον ανεύθυνο νέο που το μόνο που τον νοιάζει είναι η καλοπέραση του, συνήθως εις βάρος των άλλων. Στην Ντενίζ τον φανατισμό, τον τοπικισμό, τον χουλιγκανισμό και όλα αυτά που συχνά ξεκινούν από γραφικά και καταλήγουν επικίνδυνα, ειδικά όταν πρόκειται για νέους και παιδιά. Στη Γιαγιά βλέπουμε όλον εκείνον τον παλιό κόσμο που επιβιώνει μέσα από τους γέρους που ξέχασαν τις κακουχίες που πέρασαν και έχουν καταφύγει πια στο μίσος, στους λάθος σωτήρες και στην παρεξηγημένη, στα μυαλά του, έννοια του χριστιανισμού. Τέλος ο Πάντι είναι ο τουρίστας που φέρνει το δικό του κόσμο αλλά όχι και τα προβλήματα του, έχοντας διάθεση για διασκέδαση, βοήθεια και καλή θέληση. Και είναι τελικά αυτοί οι δύο διαφορετικοί κόσμοι -οι Έλληνες και οι ξένοι- που έρχονται σε σύγκρουση στο Irish Bastard ίσα για να να βρουν όχι τι είναι εκείνο που τους χωρίσει αλλά ποιο είναι αυτό που τους ενώνει.

«Ίσως ο Θεός να είναι ένας μεγάλος πότης και όλοι εμείς τα μπάσταρδα του που ψάχνουμε τον πατέρα μας στην αγάπη των άλλων»

Γιώργος Χατζηκυριάκος

ΙrishPaddy2

Επίλογος:

Από όλες μου τις δημιουργίες, τα βιβλία, τα μυθιστορήματα, τα διηγήματα, τα παραμύθια, το Irish Bastard παραμένει το αγαπημένο μου. Ήταν μια ιστορία που ζωντάνεψε χάρη στους φίλους ηθοποιούς και στους θεατές που την στήριξαν και την είδαν. Ήταν μια περιπέτεια που ξέφυγε από τις λευκές σελίδες και πήρε σάρκα και οστά και ντύθηκε κάτω από την irish punk μουσική. Ήταν η πρώτη μου σκηνοθετική δουλειά (και ως τώρα μοναδική) καθώς και το πρώτο μου ολοκληρωμένο θεατρικό έργο. Και συν τις άλλοις, η πρώτη μου συγγραφική και όχι μόνο δουλειά που μου χάρηκε επιτυχία και αυτοπεποίθηση. Γιατί μέσα από όλες τις δυσκολίες, κατάφερε να ξεχωρίσει και να πετύχει σε αυτόν τον δύσκολο δρόμο που καλούνται να περνούν διαρκώς οι νέοι δημιουργοί.

Γιώργος Χατζηκυριάκος

10

ΥΓ: κλείνω με την όμορφη κριτική που μας έγραψε η Χριστίνα Τζείκου στο The K-Magazine στις 30 Ιανουαρίου 2015:

Στον τεχνοχώρο Fabrica στο Γκάζι , κάθε Κυριακή παίζεται η παράσταση The Irish Bastard (Ο νόθος Ιρλανδός) , από την ομάδα Start  (απαρτιζόμενη  από μαθητές και αποφοίτους της δραματικής σχολής του Ιάσμου) , και πρόκειται για μια κωμωδία με μπόλικο άρωμα από Πειραιά και Ιρλανδία.

10584074_994176627260010_5436016048765706751_n

Υπόθεση:

Μία πενταμελής οικογένεια, κατά τη διάρκεια της Μεγάλης εβδομάδας , φιλοξενεί έναν παθιασμένο Ιρλανδό στο σπίτι της. H Λίτσα και ο Σταύρος ,είναι ένα καθημερινό Ελληνικό  ζευγάρι , το οποίο περιμένει να γυρίσει ο νεαρός γιος τους Αντώνης από το Λονδίνο, όπου εκεί σπούδαζε τόσο καιρό. Ο Αντώνης, γυρνώντας στο σπίτι του φέρνει μαζί του τον Ιρλανδό φίλο του Πάντι Ο΄Λίρι , για να περάσουν μαζί τις διακοπές του Πάσχα. Όλη η οικογένεια σύσωμη προσπαθεί να ξεφορτωθεί την ενοχλητική παρουσία του Ιρλανδού, και ιδιαίτερα η τρελαμένη γαυρίνα Ντενίζ ( κόρη ) καθώς και η ρατσίστρια γιαγιά ( μητέρα του Σταύρου). Ωστόσο ο Πάντι ήρθε για να μείνει! Ο νεαρός Ιρλανδός θα τους κάνει άνω κάτω αφού εκτός από την αγάπη που τρέφει για τα τραγούδια της πατρίδας του και το ποτό, φέρνει μαζί του και ένα οικογενειακό μυστικό που κάνει τα πράγματα ακόμη πιο περίπλοκα.

Και ας πάρουμε τους χαρακτήρες από την αρχή… Ο Σταύρος είναι ένας κλασικός Έλληνας οικογενειάρχης , ο οποίος όπως φαίνεται κρύβει τόσα χρόνια καλά κρυμμένο ένα μυστικό, το οποίο δεν το γνωρίζει ούτε η ίδια του η γυναίκα. Η Λίτσα , αποτελεί  το παραδοσιακό πρότυπο Ελληνίδας μάνας, υπερπροστατευτική με τα παιδιά της , ενώ όπως βλέπουμε στο έργο προσπαθεί να τα προλαβαίνει όλα και να είναι τέλεια στις αρμοδιότητες που έχει μια μάνα και συνάμα γυναίκα.Την πιο κωμική φιγούρα του έργου την αποτελεί η Γιαγιά, αρκετά θρησκόληπτη, έχοντας έντονες πολιτικές απόψεις ενώ δεν τρέφει ιδιαίτερη συμπάθεια για τους μετανάστες.

Ο Αντώνης και η Ντενίζ , είναι τα δύο παιδιά της οικογένειας , τα οποία δεν θα λέγαμε πως ταιριάζουν και πολύ μεταξύ τους, αφού ο ένας αποτελεί τον συνηθισμένο χαρακτήρα ενός νέου που δεν πάλεψε και πολύ για τα αγαθά του με σπουδές στην Αγγλία, ενώ η άλλη είναι ένα αγοροκόριτσο κολλημένο με την μία και μοναδική ομάδα του Πειραιά, τον Ολυμπιακό. Όσο για τον Πάντι , πρόκειται για έναν χαρούμενο , και λιγάκι τρελό θα λέγαμε Ιρλανδό , ο οποίος αγαπάει τις μπύρες και το τραγούδι, ενώ στο τέλος θα ανατραπεί ολόκληρη η ζωή του.

Είναι μια κωμωδία με νέους ηθοποιούς , που αξίζει να την δείτε!

Στο τέλος της παράστασης  μπορείτε να πάτε για ένα ποτάκι στον επάνω χώρο!

Παίζουν :
Έφη Θεοφανίδου,  Ντενίζ Κούτση , Αντώνης Σαριγιάννης , Στράτος Σαριγιάννης.  Γιώργος Χατζηκυριάκος και στο ρόλο της γιαγιάς ο Μάριος Σάκκας.

Σκηνοθεσία – κείμενο:   Γιώργος Χατζηκυριάκος

10926194_599667460134963_5543726384971330210_n

 

Advertisements
Posted in Χωρίς κατηγορία | Σχολιάστε

Αυτή η τεράστια λαμπάδα, η Νοτρ Νταμ

notr dm

Κάηκε χθες. Η Νοτρ Νταμ, η Παναγία των Παρισίων.

Δεν ξέρω πως ξέσπασε η φωτιά. Δεν μπήκα στον κόπο να το ψάξω. Η είδηση μου βγήκε ξαφνικά στο facebook κάπου εκεί στο απόγευμα, όταν έκανα διάλειμμα από τη δουλειά. Αρχικά νόμιζα ότι ήταν ελεγχόμενη και ότι θα την έσβηναν σύντομα. Και στο πέρα-βρέχει-μυαλό μου, η είδηση φαινόταν αστεία. Κάτι σαν να άρπαξαν τα κεριά από τη βλακεία κάποιου αλλά όλα καλά.

Μα η φωτιά δεν έσβηνε. Και δεκάδες φίλοι συνέχιζαν να ποστάρουν την πυρκαγιά μέχρι αργά το βράδυ.

Και η Νοτρ Νταμ κάηκε. Και αυτό δεν ήταν καθόλου αστείο. Ούτε κάτι για το οποίο άξιζε να χαρείς.

Ούτε βέβαια και για να πανικοβληθείς. Αλλά να προβληματιστείς, ναι. Και να λυπηθείς επίσης.

Αλίμονο! Μιλάμε για ένα μνημείο τόσων αιώνων. Έναν χώρο λατρείας που κατάφερε να συνδέσει τον χριστιανισμό με τον παγανισμό και το γοτθικό στοιχείο. Έναν θρίαμβο της αρχιτεκτονικής και της γλυπτικής. Ένα αληθινό έργο τέχνης Η Παναγία των Παρισίων. Η Νοτρ Νταμ. Ένα έμβλημα φόβου και ελπίδας.

Και το κάψανε.

Και κάποιοι γελούσαν. Και πανηγύριζαν. Και αστειεύονταν. Και γέμιζαν το ίντερνετ με εξυπνάδες, απειλές, άστοχες συγκρίσεις και κακίες.

Αλλά δεν με εκπλήσσει. Όχι δεν με εκπλήσσει. Τα ίδια γίνονταν και το 2001 όταν έπεφταν οι Δίδυμοι Πύργοι καταβροχθίζοντας χιλιάδες ανθρώπους που πέθαιναν μες στην αγωνία. Χαρές, πανηγύρια «καλά να πάθετε» και τέτοια. Όλα αυτά βέβαια σε μια άλλη εποχή, χωρίς γρήγορο ίντερνετ, χωρίς social media, χωρίς να ακούς τη γνώμη (πόσο μάλλον τη βρισιά) του καθενός στο facebook και στο youtube. Αλλά τι και αν πέρασαν τόσα χρόνια από την 11η Σεπτεμβρίου; Η καφρίλα μπροστά στην εικόνα της καταστροφής παραμένει η ίδια.

Όχι βέβαια πως δεν υπάρχει και το άλλο άκρο. Δεν πρόλαβε καλά-καλά να καεί η Νοτρ Νταμ και αρχίσαμε πάλι τα ζεσουί, τα πρέι φορ, τα ριπ, τα δακρύβρεχτα σκίτσα και τις θεωρίες συνωμοσίας.  Ακόμα και έτσι όμως, με εξαίρεση το τελευταίο, είμαι με το μέρος αυτών των ανθρώπων. Αν μην τι άλλο υπάρχει μια ευαισθησία μέσα σε όλον αυτόν τον θρήνο. Και είναι απολύτως λογικό να υπάρχει.

Η ευαισθησία μας έκανε ανθρώπους. Και ως άνθρωποι δημιουργήσαμε. Φτιάξαμε ναούς, μνημεία, τέχνες, μουσική, ποίηση, λογοτεχνία. Κάτι να αφήσουμε στους επόμενους. Κάτι για να θυμόμαστε τους προηγούμενους. Κάτι για να γεφυρώσουμε το χθες με το αύριο. Κάτι για να μείνει όταν εμείς θα έχουμε φύγει. Κάτι για να συγχωρέσει τα λάθη, τα πάθη και την κακία μας.

Σαν την Παναγία των Παρισίων.

Πάει τώρα, κάηκε. Δεν πειράζει, μπορεί να την επισκευάσουν. Κάτι διασώθηκε, θα τα καταφέρουν. Και ίσως η φωτιά να ξεχαστεί ή να είναι πληροφορία μιας κακής (μα πραγματικά κακής) χρονιάς όπως το 2019, στην ιστορία του μνημείου.

Και ίσως τότε να πάω να την επισκεφτώ. Όχι πως με έτρωγε και ποτέ. Ούτε και ήμουν από εκείνους τους τυχερούς που βρέθηκαν εκεί και τη φωτογράφησαν και την έχουν ζωντανή στην μνήμη τους. Η δική μου Παναγία των Παρισίων βρίσκεται ακόμα στη θέση της, ένα τρισδιάστατο παζλ που είχαμε φτιάξει με τον αδελφό μου πριν από 20 χρόνια, τότε που ήμασταν ακόμα γυμνασιάκια. Και είναι ακόμα όρθια και στέκεται καμαρωτή στο σπίτι του Πάρη για να μας θυμίζει όχι τόσο τους άγνωστους αιώνες του σκοτεινού ευρωπαϊκού πολιτισμού, αλλά τα δικά μας αθώα παιδικά χρόνια, τότε που η τέχνη ήταν πιο κοντά μας και το μέλλον φάνταζε συναρπαστικό. Να μας θυμίζει την ταινία της Disney που είχαμε δει μικράκια ακόμα στο σινεμά και το βιντεοκλάμπ (τι είναι πια αυτό, ε;) που ρωτούσαμε πότε θα την φέρει σε κασέτα (σε τι;) για να το ξαναδούμε. Τις μινιατούρες στα αυγά kinder και τα παιχνίδια στις λαμπάδες. Το παλιό σπίτι, το σχολείο, το σινεμά, ότι έμεινε πίσω στον προηγούμενο αιώνα μαζί με τους παιδικούς μας εαυτούς.

Στην τελική για αυτό υπάρχουν τα μνημεία. Για να θυμίζουν κάτι. Κάτι ξεχωριστό στον καθένα.

grlkerntp-353x221

Κλείνω με ένα απόσπασμα από το αγαπημένο μου βιβλίο The Halloween Tree, όταν τα αγόρια βοηθούν στο μαγικό χτίσιμο της Παναγίας των Παρισίων:

«Και τώρα αγόρια μου, τι πρέπει να κάνουμε για να τρομάξουμε όλους αυτούς που μας τρομάζουν και να τρομάξουμε τους κυνηγούς;» είπε ο Μάουντσραουντ μέσα από ένα σύννεφο. «Τι είναι αυτό που είναι μεγαλύτερο από τους δαίμονες και τις μάγισσες;»
«Μεγαλύτεροι θεοί;»
«Μεγαλύτερες μάγισσες;»
«Μεγαλύτερες εκκλησίες;» μάντεψε σωστά ο Τομ Σκέλτον.

«Φτιάξτε μια εκκλησία που να μπορεί να τη δει κανείς από χιλιόμετρα μακριά. Φτιάξτε μια εκκλησία τόσο ψηλή και διάσημη που να έχει έναν καμπούρη να χτυπάει τις καμπάνες της. Λοιπόν, αγόρια μου, βοηθήστε με να τη χτίσουμε πέτρα-πέτρα, τούβλο-τούβλο, κολόνα-κολόνα. Ας χτίσουμε…»
«Τη Νοτρ Νταμ» φώναξαν όλοι.

«Τέρμα πια οι φωτιές των μαγισσών. Το μόνο που υπάρχει τώρα είναι αυτή η τεράστια λαμπάδα, η Νοτρ Νταμ»

Το Δέντρο των Αγίων Πάντων (The Halloween Tree)
Ρέυ Μπράντμπερι

 

 

 

 

 

Posted in Χωρίς κατηγορία | Σχολιάστε

Και ο ψωριάρης μόνος

abandoded

Πετυχαίνω φίλους στο δρόμο. Μου λένε ότι διαβάζουν τα κείμενα που ανεβάζω στο facebook και ότι τους αρέσουν πολύ, ειδικά εκείνα τα μυθολογικά και τα σουρεαλιστικά για τον Πειραιά. Όχι μόνο για αυτά αλλά και για άλλα. Μου λένε ότι γράφω ωραία και ότι θα μπορούσα να βγάλω βιβλίο ή ότι θα μου ταίριαζε να αρθρογραφώ σε κάποιο περιοδικό ή website.

Ευχαριστώ παιδιά. Ειλικρινά ευχαριστώ. Αρθρογραφώ ήδη σε δύo sites ενώ στο παρελθόν έγραφα άρθρα και σε περιοδικά. Τουλάχιστον τρία, από όσο μπορώ να θυμηθώ.

Και από βιβλία; Πρέπει να έχω γράψει μέχρι στιγμής γύρω στα δέκα. Μυθιστορήματα, παιδικά, θεατρικά, νουβέλες, διηγήματα, παραμύθια. Φαντασία, τρόμος, πεζογραφία, χρονογράφημα, σχεδόν από όλα. Ω και κάτι ποιήματα της κακιάς ώρας.

Κοινώς γράφω πολλά χρόνια. Πάνω από 15. Και ήθελα να γίνω επαγγελματίας συγγραφέας-μυθιστοριογράφος. Ήθελα. Και ακόμα το θέλω.

Αλλά δεν έχει σημασία το τι ήθελα. Σημασία έχει ότι γράφω. Και ότι δεν το ξέρει κανένας. ή σχεδόν κανένας.

Δεν φταίτε εσείς που δεν το ξέρετε. Αλίμονο, πού να γνωρίζετε ότι έχουν εκδοθεί τρία βιβλία μου και ένα παιδικό. Καλά-καλά δεν το ξέρω εγώ, αφού… κίνηση καμία δεν υπάρχει. Καμία. Πουθενά.

Όποτε πάω να κάνω κάτι για να προωθήσω κάποιο από τα βιβλία μου, κάπου κάτι θα κολλήσει. Τη μια ο εκδότης τα χάλασε με το τάδε βιβλιοπωλείο. Την άλλη τα έσπασε με το τάδε site προώθησης. Μετά δεν έχει χρήματα για διαφήμιση ή χρόνο για σωστή διανομή. Και φυσικά δεν μπορεί να καλύψει τα έξοδα για μια παρουσίαση ή για συμμετοχή σε φεστιβάλ βιβλίου.

Και το βιβλίο; Δεν είναι πουθενά. Ή σχεδόν πουθενά.

Αλλά δεν φταίει μόνο ο εκδοτικός. Πάνω κάτω όλοι τους έτσι είναι. Καθένας με τις αδυναμίες και τα στραβά του. Στην αρχή του χρόνου ένας άλλος εκδοτικός με κάλεσε για συνεργασία. Ήθελε να έχουμε βγάλει βιβλίο μέχρι την άνοιξη. Δεν το βγάλαμε. Δεν το πρόλαβε. Δεν τα κατάφερε.

Ας μην πω για τον προηγούμενο εκδοτικό-φάντασμα που έβγαλε το Τραγούδι του Χρόνου και τη δεύτερη του έκδοση. Ας μην πω για αυτόν

Μα όπως είπα, δεν φταίνε μόνο οι εκδότες. Το σύστημα των βιβλίων στην Ελλάδα έχει γίνει τόσο πολύπλοκο που οι εκδοτικοί αντιμετωπίζουν ένα σωρό δυσκολίες που δεν είναι του χεριού τους. Και τυχαίνει πολλοί συγγραφείς να μην μπορούν να τις κατανοήσουν μιας και δεν έχουν εμπειρία σαν τη δική μου. Την εμπειρία του βιβλιουπάλληλου.

Αλλά γιατί τα γράφω όλα αυτά; Επειδή δεν θα είμαι αυτό το σαββατοκύριακο στο Fantasmagoria.

Το Fantasmagoria το διοργανώνει μια αξιόλογη ομάδα συγγραφέων του Φανταστικού από τη Θεσσαλονίκη. Ένα διήμερο φεστιβάλ αντίστοιχο του Φantasticon της Αθήνας. Τόσο στο ένα φεστιβάλ όσο και στο άλλο, συγγραφείς και εκδοτικοί από τον ελληνικό χώρο του φανταστικού συναντιούνται, εκθέτουν τα βιβλία τους, δίνουν ομιλίες και κάνουν παρουσιάσεις. Και κάθε νέα κυκλοφορία είναι εκεί.

Αλλά εγώ δεν θα είμαι. Ούτε τα βιβλία μου. Κανένα από αυτά.

Λες και με βαράει κατάρα, πάντα απουσιάζω από τα συγκεκριμένα φεστιβάλ. Είναι ένας χώρος τον οποίο τον υπηρετώ χρόνια. Αλλά δεν είμαι εκεί. Πάνε νέοι συγγραφείς, πάνε παλιοί, γνωστά και άγνωστα ονόματα του χώρου που αγωνίζονται για την ανάδειξη της ελληνικής λογοτεχνίας του φανταστικού.

Μα εγώ πάντα έξω.

Γιατί;

Ας πούμε ότι δουλεύω. Πραγματικά αυτός είναι ο λόγος που δεν θα μπορέσω και αυτή τη φορά να παρευρεθώ εκεί. Ειδικά τους τελευταίους μήνες το Κράκεν τα σαββατοκύριακα με κρατάει δεσμώτη. Δεν έχω αντικαταστάτη και δεν μπορώ να αφήσω τη δουλειά μου. Λογικό, κατανοητό και τίμιο.

Αλλά τα βιβλία; Γιατί δεν μπορούν να είναι εκεί τα βιβλία μου;

Για λόγους του εκδότη. Του κάθε εκδότη από αυτούς με τους οποίους έχω συνεργαστεί. Ο ένας δεν ασχολείται με αυτά, ο άλλος δεν βρίσκει λόγο  να διαθέσει χρήματα για δύο τίτλους όλους και όλους.

Οπότε γεια σου και πάλι Fantasmagoria. Θα είναι όλοι εκεί. Φίλοι και γνωστοί, συγγραφείς και καλλιτέχνες. Η Άρπη, το Λυκόφως και πρώτη πρώτων οι εκδόσεις Πηγή με τους εκατοντάδες πρωτοεμφανιζόμενους. Θα είναι εκεί όπως και πάντα, στο Fantasmagoria, στο Fantasticon και όπου υπάρχει ελπίδα για την ανάδειξη του ελληνικού Φανταστικού.

Και ο ψωριάρης μόνος.

Δεν είναι τόσο που χάνω το φεστιβάλ. Ούτε που το ξαναχάνω.

Είναι που αυτό συμβαίνει συνεχώς. Απουσιάζω από όλα αυτά. Χάνομαι. Δεν υπάρχω. Μοιάζει σαν να μην ανήκω καν στο χώρο αυτό.

Και μια μέρα δεν θα θυμάται κανείς ότι έγραφα κι εγώ. Σαν να μην υπήρξα ποτέ.

Τελοσπάντων. Θα είμαι στον Παραμυθένιο Πύργο του Will o Wisps τον Ιούνιο. Ελπίζω μόνο να μπορέσω.

Κλείνω με μια φράση από τη σελίδα της οποίας πήρα την εικόνα του άρθρου:

«Sometimes we are left with nothing but sorrows»

 

Posted in Χωρίς κατηγορία | Σχολιάστε

17 χρόνια από το A Night at the Opera των Blind Guardian

Το θυμάμαι σαν χθες κι όμως πάνε πάνω από 15 χρόνια. Ο Μάρτης του 2002 ήταν γεμάτος φως, νοσταλγία και ανυπομονησία. Τα μυαλά μας ακόμα βρίσκονταν στη Μέση Γη του J. R. R. Tolkien, μιας και λίγους μήνες νωρίτερα είχε προβληθεί η Συντροφιά του Δαχτυλιδιού στους κινηματογράφους. Περιμέναμε πως και πως να δούμε την δεύτερη ταινία ενώ ο ερχομός της Άνοιξης μας γυρνούσε πίσω στο ειρηνικό Shire των Hobbit και αγωνιούσαμε να συνεχίσουμε το ταξίδι στην Mordor, στο Rohan και στο δάσος του Fangorn. Κι ενώ ο κόσμος προχωρούσε, εμείς παραμέναμε κολλημένοι στη Μέση Γη, πολύ πριν τα γεγονότα της Τρίτης Εποχής. Ήδη από το 1998 οι Blind Guardian, οι Γερμανοί power metallers, μας είχαν οδηγήσει εκεί μέσα από τον τελευταίο μέχρι τότε δίσκο τους. Και αυτό δεν ήταν άλλο από το Nightfall in Middle Earth, έναν δίσκο αφιερωμένο από την αρχή ως στο τέλος του στο Silmarillion, τη Βίβλο της Μέσης-Γης.

Η είδηση πως οι Blind Guardian θα έβγαζαν νέο δίσκο, είχε συνεπάρει τους φίλους του φανταστικού και της σκληρής μουσικής. Μαζί με τους Δύο Πύργους αναμέναμε την καινούργια τους δουλειά που θα μας γέμιζε με νέες εμπειρίες και θα μας έφερνε πιο κοντά στην μπάντα που λατρεύαμε. Ο δίσκος τελικά κυκλοφόρησε στις 25 Μαρτίου. Πρόκειται για το θρυλικό A Night At the Opera που πήρε το όνομα του από τον ομότιτλο δίσκο των Queen.

Εκείνο που μας μάγευε ανέκαθεν στους Blind Guardian ήταν στιχουργικές επιρροές του Hansi Kursch,τραγουδιστή και βασικού μέλους τους συγκροτήματος. Τα οχτώ στα δέκα τραγούδια τους είναι βασισμένα σε βιβλία της φανταστικής λογοτεχνίας, όπως ο Elric του Melnibone, τo Dune, το The Dark Tower και άλλα πολλά, στα οποία προστέθηκε αργότερα το Game of Thrones και το Wheel of Time. Φυσικά η μεγαλύτερη τους επιρροή ήταν η Μέση Γη του J. R. R. Tolkien, που όπως είπαμε και πριν, τους ώθησε να συνθέσουν το Nightfall in Middle Earth, το κορυφαίο έργο της καριέρας τους που ξεχώρισε όχι μόνο για τα τραγούδια του αλλά και για την θεατρικότητα με την οποία ήταν δεμένο.

 

Στο Night at the Opera οι Blind Guardian άφησαν τον R. R. Tolkien να… ξεκουραστεί. Βέβαια μια υπόνοια ότι του αφιέρωσαν κάποιο τραγούδι, υπάρχει, μιας και αρκετοί πιστεύουν ότι το Harvest of Sorrow γράφτηκε για τον Túrin Turambar και την Niënor, παρ΄όλα αυτά έχω τις επιφυλάξεις μου για την εν λόγω μπαλάντα. Στο Night at the Opera συναντούμε επικά συμβάντα και ιστορικά πρόσωπα καθώς και ήρωες της ελληνικής μυθολογίας. Ακούμε για τον τελευταίο πειρασμό του Ιησού στην έρημο (Precious Jerusalem) και για το μαρτύριο του πάνω στο σταυρό (Sadly Sings Destiny). Ακούμε για τον Nietzsche (Punishment Divide) , τον Γαλιλαίο (Age of False Innocence)  και για τον Hildebrand που συνάντησε τον γιο του στη μάχη και αναμετρήθηκε μαζί του (Battlefield) όπως συμβαίνει στο σχετικό ποίημα “Hildebrand’s Song”. Ακούμε για τον ατυχή έρωτα του Tristan και της Izolde από τον Αρθουριανό κύκλο (The Maiden and the Minstrel Knight). Ακούμε για την μάντισσα της Τροίας, Κασσάνδρα, που προσπαθεί μάταια να προειδοποιήσει τον Αγαμέμνονα για την δολοφονία που του ετοιμάζει η Κλυταιμνήστρα και ο Αίγισθος κατά την επιστροφή του στις Μυκήνες (Under the Ice).

Το τραγούδι που έχει την πιο εξέχουσα θέση στο δίσκο, είναι το The Soulforged, το οποίο είναι και το μοναδικό που αναφέρεται σε βιβλίο φανταστικής λογοτεχνίας. Είναι αφιερωμένο σε έναν από τους πιο δημοφιλείς ήρωες της σειράς Dragonlance, στον μάγο Raistlin Majere που γνωρίσαμε και αγαπήσαμε στις τριλογίες Δράκοι και Δίδυμοι και σε πολλές ακόμα νουβέλες όπως στο «Αμόνι της Μαγείας» (Soulforged) που έδωσε και τον τίτλο στο συγκεκριμένο τραγούδι. Αξίζει να αναφερθεί ότι πολύ πριν την κυκλοφορία του δίσκου, οι Blind Guardian είχαν αναρτήσει στην ιστοσελίδα τους ένα θεματολόγιο καλώντας τους οπαδούς τους να ψηφίσουν το αγαπημένο τους θέμα ώστε να γράψουν ένα τραγούδι πάνω σε αυτό. Από τα δεκάδες θέματα η Dragonlance βγήκε πρώτη κι έτσι γεννήθηκε το παραπάνω άσμα και το Soulforged θεωρείται το τραγούδι του κοινού.

 

Φυσικά δεν γίνεται να μην αναφερθούμε στο And then there was Silence, ένα από τα πιο επιβλητικά και λυρικά κομμάτια της δισκογραφικής πορείας των Guardian και όχι μόνο. Πρόκειται για ένα μεγάλης διάρκειας τραγούδι (14 λεπτά και 6 δευτερόλεπτα) που αποτελείται από μικρές συνθέσεις και ρεφρέν. Το οπερετικό αυτό κομμάτι, αν και επρόκειτο αρχικά να συνεχίσει στιχουργικά την παράδοση του Silmarillion και του Nightfall in Middle Earth σύμφωνα με δηλώσεις της μπάντας, εστιάζει στον μύθο του Τρωικού Πολέμου, καταφέρνοντας με μαεστρία να χωρέσει όλη την ιστορία μέσα σε λίγα λεπτά. Στους στίχους συναντάμε το Μήλο της Έριδας και την επιλογή του Πάρη, τη Θυσία της Ιφιγένειας και τον θάνατο του Πάτροκλουτις προφητείες της Κασσάνδρας και την εκδίκηση του Αχιλλέα, και τέλος την καταστροφή του Ίλιου που ακολούθησε μετά το γλέντι των Τρώων αφού ξεγελάστηκαν από τον Δούρειο Ίππο. Το And then there was Silence βρίσκεται αριθμητικά στην τελευταία θέση του δίσκου αλλά λίγους μήνες νωρίτερα (Νοέμβριος 2001) είχε κυκλοφορήσει σε single μαζί με το Harvest of Sorrow, προετοιμάζοντας το έδαφος για το A Night At the Opera.

Μπορεί μεν η θεματολογία των νέων τραγουδιών να ήταν διαφορετική, χωρίς ξωτικά, δράκους και χόμπιτ, όμως όλα αυτά τα πλάσματα βρήκαν τη θέση τους στο εξώφυλλου του δίσκου. Έτσι βλέπουμε νάνους, ορκς, περιπλανώμενους φύλακες, μάγους ακόμα και έναν μπάλρογκ να κρατούν φλάουτα, βιολιά, άρπες και τύμπανα, σχηματίζοντας μια συμφωνική ορχήστρα που παίζει κάτω από  τις οδηγίες του μαέστρου. Στο οπισθόφυλλο βλέπουμε και τους ίδιους τους Guardian ντυμένους επίσημα να παρακολουθούν την όπερα. Λίγα χρόνια αργότερα, ενώ κυκλοφόρησε το  A Night Through the Looking Glass από την παγκόσμια περιοδεία του A Night At the Opera, στο σχετικό εξώφυλλο οι ρόλοι έχουν αντιστραφεί. Η μπάντα βρίσκεται επί σκηνής ενώ τα πλάσματα του φανταστικού τους αποθεώνουν. Χαρακτηριστικές είναι οι μορφές του Gollum και του Gandalf που βγάζει φωτογραφία καθώς και των Legolas και Gimli που περιμένουν στο εκδοτήριο να βγάλουν εισιτήρια.

 

Το αρχικό εξώφυλλο του Leo HaoΤο αρχικό εξώφυλλο του Leo Hao
O συγγραφέας Γιώργος Χατζηκυριάκος και οι Blind GuardianO συγγραφέας Γιώργος Χατζηκυριάκος και οι Blind Guardian

Το εξώφυλλο του A Night At the Opera σχεδίασε ο Paul Gregory αλλά αυτό που δεν γνωρίζει ο περισσότερος κόσμος είναι ότι το αρχικό εξώφυλλο που τελικά απορρίφθηκε ήταν του Leo Hao, ενός από τους κορυφαίους εικονογράφου του Φανταστικού που μεταξύ των άλλων έχει επιμεληθεί το εξώφυλλο του A Glorious Burden των Iced Earth. Δυστυχώς δεν μάθαμε ποτέ γιατί αυτή η συνεργασία δεν απέδωσε.

Το A Night At the Opera ήταν ο τελευταίος δίσκος του ντράμερ Thomen “The Omen” Stauch οποίος διαφωνούσε με τον τόσο μελωδικό και οπερετικό χαρακτήρα που είχε αρχίσει να αποκτά η μπάντα. Αποχώρησε λίγο αργότερα αφήνοντας απογοητευμένους τους οπαδούς που για τόσα χρόνια είχαν συνηθίσει να ακούν και να βλέπουν τους τέσσερις αχώριστους βάρδους μαζί. Τη θέση του ανέλαβε ο Frederic Ehmke και οι Guardian συνέχισαν την πορεία τους χαρίζοντας μας τρεις ακόμα δίσκους και πολλές ακόμα ιστορίες.

Κλείνοντας αυτό το αφιέρωμα στο 15χρονο Night At the Opera, δεν μπορώ να παραλείψω εκείνο το αγαπημένο δισκάδικο που πέρασε στην ιστορία μαζί με τόσα άλλα καταστήματα μέσω της οικονομικής κρίσης. Ήταν το Rock City το οποίο την άνοιξη του 2000 είχε καλέσει τον Hansi Kursch και τον Jon Shaffer όταν είχαν σχηματίσει το project των Demons & Wizards. Τον Μάρτιο του 2002, όταν κυκλοφόρησε το A Night At the Opera, με κάθε αγορά του δίσκου το Rock City χάριζε έναν στυλό Blind Guardian.

Τέλος, δύο μήνες μετά την κυκλοφορία του A Night At the Opera οι Blind Guardian επισκέφτηκαν τη χώρα μας για την περιοδεία του νέου τους δίσκου, παίζοντας σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Στην Αθήνα ο χώρος που τους φιλοξένησε ήταν το ιστορικό πλέονΡόδον Club. Έναν χρόνο αργότερα, στις 25 Οκτωβρίου του 2003, οι Guardian επέστρεψαν απρόσμενα για να παίξουν ακόμα μια βραδιά στο αγαπημένο τους κοινό, αυτή τη φορά στο Silo Club στον Πειραιά. Εκείνη ήταν και η πρώτη φορά που ακούσαμε ζωντανά το And then there was Silence και το παλιότερο μα αρκετά επίκαιρο Lord of the Rings, εκείνα τα όμορφα χρόνια της νέας χιλιετίας που ο νους μας ταξίδευε στη Μέση-Γη και στις ιστορίες των Βάρδων.

 

 

And then there was silence

just a voice from the Other World

like a leaf in an icy world

memories will fade

 

Σημείωση: το παρόν άρθρο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά τον Μάρτιο του 2017 στο Will o Wisps με τίτλο «15 χρόνια από το A Night At the Opera»

Posted in Χωρίς κατηγορία | Σχολιάστε

Dj Hagilander σε διπλό Irish Party 15/16 Μαρτίου

Έγινε θεσμός πια.

Ξεκίνησε πριν από τέσσερα χρόνια όταν ο φίλος μου, Σταύρος Μπέκας, μοου πρότεινε να παίξουμε μαζί dj set σε πάρτι St Paddy’s Days στο Corner Stories. Το πάρτι σημείωσε τεράστια επιτυχία και από τότε το κατάστημα καλεί κάθε χρόνο το δίδυμο Dr Bekk και Hagilander να αναλάβει την κονσόλα.

didimo

Φέτος είναι η τέταρτη συνεχόμενη χρονιά που θα παίξουμε στα Πατήσια. Το Corner Stories μετονομάστηκε σε Λοκάλ αλλά η πρόταση παραμένει όπως και το δίδυμο. Έτσι, ο Γιατρός και ο Χατζηλάντερ παίζουμε μουσική αυτό το Σάββατο 16 Μαρτίου με ξημερώματα του Αγίου Πατρικίου, της γιορτής των Ιρλανδών που έχει γίνει κάτι παραπάνω αγαπητή στη χώρα μας.

stpaddy2019

Ωστόσο φέτος είχα και δεύτερη πρόταση από το Κουκάκι, εκεί που πριν από χρόνια έπαιζα μουσική από το Cr Radio, τότε που είχα την εκπομπή Free and Green (2013-14), τη μοναδική εκπομπή που έπαιζε αποκλειστικά κέλτικη μουσική και ιρλανδέζικη μουσική. Έτσι απόψε θα βρίσκομαι στον Μπαμπά να κάνω την αρχή.

mpampas

Ευχαριστώ όλους τους φίλους για την τιμή και την προτίμηση τους. Και όπως λέει το ρητό «Είμαι Ιρλανδός όχι επειδή γεννήθηκα στην Ιρλανδία αλλά επειδή η Ιρλανδία γεννήθηκε μέσα μου»

Posted in Χωρίς κατηγορία | Σχολιάστε

Του Χειμώνα Ψίθυροι – Παρουσίαση στην Death Disco

Απόψε στις 19.00 στην Death Disco παρουσιάζουμε το νέο μας βιβλίο. Η ανθολογία «Του Χειμώνα Ψίθυροι» είναι η δεύτερη συλλογική δουλειά της συγγραφικής ομάδας του Will o Wisps. Ιστορίες από τόπους όπου ο χειμώνας είναι παντοτινός.

Στην ανθολογία συμπεριλαμβάνεται και το διήγημα μου «Ο Μικρός Κλέφτης και τα Όνειρα των Ανθρώπων», που αποτελεί πρίκουελ της Νοέλα και της σειράς «Το Τραγούδι του Χρόνου».

Για το βιβλίο θα μιλήσουν ο κουμπάρος μου Λευτέρης Κεραμίδας και η συντοπίτισσα μου Αναστασία Νεραιδόνη.

Ελάτε να ανταμώσουμε απόψε και να πούμε ιστορίες.

anthologia

 

Τα Reflections φιλοξενούν την παρουσίαση της δεύτερης ανθολογίας του Willowisps.gr.

Οι Εκδόσεις Πηγή, τα Reflections της Death Disco και το ελληνικό portal για το φανταστικό Willowisps.gr σάς προσκαλούν στην παρουσίαση του νέου βιβλίου με τίτλο «Του Χειμώνα Ψίθυροι».

Για το βιβλίο θα μιλήσουν ο Ελευθέριος Κεραμίδας (συγγραφέας), η Αναστασία Νεραϊδόνη (συγγραφέας) και η δημιουργός του site Μαριλένα Μέξη (εικονογράφος-συγγραφέας).
Αφήγηση από τον Ανδρέα Μιχαηλίδη (συγγραφέας-αφηγητής).

Το Willowisps.gr σάς προσκαλεί στη γιορτή για την κυκλοφορία του βιβλίου, αλλά και στον εορτασμό των γενεθλίων του, για τα 2 χρόνια από την ίδρυσή του!

Είσοδος ελεύθερη.

Posted in Χωρίς κατηγορία | Σχολιάστε

Η τελευταία παράσταση της Νίκης

 

Και έτσι βρεθήκαμε εκείνο το μεσημέρι της Τρίτης να αποχαιρετήσουμε την Νίκη. Μέρα μαύρη μα κατά τα άλλα ηλιόλουστη και ζεστή πριν την τελευταία πανσέληνο του χειμώνα, λευκή και λαμπερή σαν την φίλη μας που έλαμψε με το δικό της τρόπο στην τελευταία της παράσταση.

kideia_nikis_leibadari_01_0

Από νωρίς βρεθήκαμε σε τόπο θλιβερό και γερασμένο, εκεί όπου οι νεκροί μιας άλλης εποχής κοιτάζουν το κενό μέσα από παλιές φωτογραφίες, παραπονεμένα γλυπτά και τρομερά αγάλματα. Νεκροί μιας εποχής όπου η τέχνη είχε αξία τόσο στη ζωή όσο και στο θάνατο, όχι σαν σήμερα βεβαίως όπου τα πάντα σκορπίζονται στην αφάνεια και στη ρουτίνα.

Κάπου εκεί ήταν η Νίκη, ντυμένη στα λευκά. Έτσι μας είπαν.
Την ψάξαμε μα δεν την βρήκαμε. Ούτε και αυτή μας βρήκε. Τόσο πλήθος, τόση αναστάτωση. Τόσο κενό. Και κάποιες γριές που ρώταγαν αν ήμασταν και εμείς εκεί «για την κοπέλα, την ηθοποιό».

Να σου η παλιά παρέα. Τρεις στην αρχή και μετά περισσότεροι. Η παλιά φρουρά από το Εργοστάσιο της Σοκολάτας. Ο Πραλίνας, ο Τσόκο Λόκο, ο Σοκολάντερ, ο Επιστήμονας και άλλοι. Ηθοποιοί και διασκεδαστές που πια δεν είχαν διάθεση να παίξουν.

Ήρθαν πολλοί. Μα δεν ήρθαν όλοι. Και πάλι, ήταν πολλοί. Τόσοι μπόρεσαν. Τόσοι άντεξαν.

Και αγκαλιαστήκαμε και φιληθήκαμε και κλάψαμε και παρηγορηθήκαμε και ψιθυρίσαμε. Σμίξαμε με το παράπονο για την κακή μέρα που ανταμώσαμε μετά από τόσα χρόνια. «Επρεπε να φύγει η Νίκη για να βρεθούμε;»

Και κάπου εκεί την είδαμε να περνά και να φεύγει από μπροστά μας. Λευκός άνεμος που φύσηξε και έριξε τα κεφάλια μας και μας παρέσυρε μαζί με το πλήθος μέχρι το εκκλησάκι. Και την ακολουθήσαμε μέχρι που τη χάσαμε για τα καλά στον Άγιο Λάζαρο. Δεν χωρούσαμε. Σαν μια sold out παράσταση που τρέξαμε να δούμε, ξέροντας πως θα ήταν η τελευταία.

Η τελευταία παράσταση της Νίκης Λειβαδάρη.

3249876.jpg

Και εκεί παραμείναμε, στο ξέφωτο, στην μοναξιά και στην απελπισία.

Και οι παπάδες έψελναν. Μια διεστραμμένη χορωδία που ενέτεινε το μαρτύριο των συγγενών τραγουδώντας λόγια άγνωστα. Ένας πεθαμένος κόσμος που ζει από τον θάνατο αλυχτούσε παράφωνα πάνω από τα όμορφα και αδικοχαμένα νιάτα.

Και ύστερα ακούσαμε τους επικήδειους. Λόγια αγάπης και ειλικρίνειας από διάσημους ηθοποιούς και καθηγητές. Και ύστερα τίποτα. Αμηχανία. Αγχωμένα και ιδρωμένα τα νεαρά κοράκια με τα λευκά σακάκια και τις μαύρες γραβάτες, περίμεναν τον κόσμο να κάνει τον κύκλο γύρω από το φέρετρο μες στο μικρό εκκλησάκι, λέγοντας «προσέξτε το σκαλάκι, παρακαλώ».

Όλοι έπαιζαν το ρόλο τους. Και εμείς, οι ηθοποιοί, απλοί θεατές. Βλέπαμε αμήχανοι την τελευταία παράσταση της Νίκης.

Και ύστερα βουβοί ακολουθήσαμε το λευκό καράβι που πετούσε βιαστικά ανάμεσα στα κυπαρίσσια. Ανηφορίζαμε βλέποντας το να φεύγει και να χάνεται. Βιαστικά. Τόσο βιαστικά, σαν να έπρεπε να τελειώσει γρήγορα όλο αυτό το έργο. Λες και ο θάνατος στα 33 δεν είναι από μόνος του βιασύνη.

Πάει το λευκό καράβι, έφυγε. Δεν το είδαμε. Μόνο έναν στενό λάκο ανάμεσα σε χορτιασμένα μάρμαρα και βλοσυρές προτομές. Μα ούτε κι αυτός φαινότανε καλά-καλά. Τον κάλυψαν σωροί από λουλούδια.

Και κάπου εκεί ακούστηκε ένα χειροκρότημα. Ένα ωραίο, θαρρετό χειροκρότημα για την καλή μας ηθοποιό Νίκη. Και ύστερα σιωπή. Άγρια, απότομη και γεμάτη ενοχή.

Και φύγαμε για να μην δούμε το χώμα. Να μη δούμε το φτυάρι.

Έτσι κι αλλιώς η Νίκη δεν ήταν εκεί. Δεν πέθανε. Δεν έφυγε για τον άλλο κόσμο.

Η Νίκη έφυγε για περιοδεία.

Έτσι λέμε.

Έτσι θα λέμε.

Posted in Χωρίς κατηγορία | Σχολιάστε