Άνυα – Το Κάλεσμα της Ακτής

 

Anyanew

«Όχι, φιλαράκο. Δεν ξαναγυρίζω πίσω. Αυτό είναι το σπίτι µου πια».

Μακριά από τα τσιµέντα της Αθήνας, ανάµεσα στην Καραβούπολη και στη Θάλασσα του Βασιλιά Ψαρά, υπάρχει η Άνυα, µια παραλία που έχει πάντα καλοκαίρι. Και θα ήταν πολλά τα πράγµατα που θα έκανε εκεί ο νεαρός Ορφέας αν περνούσε τις διακοπές µε τον πατέρα του, τον Γλάρο που νίκησε τον Μεγάλο Λύκο. Θα έκανε σκανδαλιές µε τους πιο τρελούς φίλους, θα αποκτούσε ένα τοτέµ-προστάτη, θα ερωτευόταν µια Ξωτικιά τη νύχτα της πανσελήνου και θα καβγάδιζε µε Λυκάνθρωπους για χάρη όµορφων κοριτσιών σε µια ξεχασµένη ντισκοτέκ. Θα έψαχνε για Γοργόνες στο χάραµα, για φαντάσµατα στο Δάσος του Μεσηµεριού και για µονοπάτια που οδηγούν στο Απαγορευµένο Βουνό. Ή µπορεί απλώς να τεµπέλιαζε οληµερίς στη θάλασσα και το βράδυ να έπαιζε κιθάρα πλάι στη φωτιά µαζί µε την παρέα του, τον Ορέστη, τις Τρίδυµες και τα άλλα παιδιά.

Όµως τι κρίµα. Ο Ορφέας δεν είναι στην Άνυα. Περνά το καλοκαίρι στην Αθήνα, στον καύσωνα και στο φροντιστήριο, χωρίς παρέα και χωρίς διακοπές, ενώ η µητέρα του ετοιµάζεται να παντρευτεί τον πιο ανυπόφορο τύπο που θα µπορούσε να έχει κανείς για πατριό.

Μα ένα απόγευµα του Ιούλη καταφθάνει ο Τρελός Ιρλανδός, για έναν και µόνο σκοπό: να πάρει τον Ορφέα και να τον ταξιδέψει στη µακρινή Άνυα. Και εκεί, στο τέλος του απίθανου αυτού ταξιδιού, το όνειρο γίνεται πραγµατικότητα και οι διακοπές ξεκινούν σε ένα πραγµατικά αξέχαστο καλοκαίρι γεµάτο γκάφες, περιπέτειες και δοκιµασίες έτοιµες να τινάξουν τα πάντα στον αέρα.

Άνυα. Μια χιουµοριστική περιπέτεια επικών διαστάσεων που συνδυάζει τη λογοτεχνία του φανταστικού µε το ελληνικό καλοκαίρι και τις νεανικές διακοπές. Ένας ύµνος για τη φιλία, την ελευθερία, τη φαντασία, τη νοσταλγία, τις τρέλες της εφηβείας και τα καλοκαιρινά φλερτ.

Διαθέσιμο στα βιβλιοπωλεία από τις Εκδόσεις Πηγή

Άνυα – Το Κάλεσμα της Ακτής | Πρότυπες Εκδόσεις Πηγή

Posted in Χωρίς κατηγορία | Σχολιάστε

Βρύσες κλειστές

επέτειος 17ης Νοέμβρη |

 

Τέλειωσε κι αυτή η σχολική χρονιά. Πήγαμε το πρωί και πήραμε τους βαθμούς. Το προαύλιο άδειο. Πού είναι τα παιδιά που παίζανε μπουγέλο κάθε χρόνο; Άφαντα κι αυτά μαζί με τις νερομπόμπες και τα νεροπίστολα τους. Το προαύλιο ήσυχο, εικόνα ξένη και άρρωστη. Οι βρύσες κλειστές. Κανείς δεν τις πλησιάζει. Ο δάσκαλος μας είπε πως θα είναι η τελευταία του χρονιά. Βγαίνει στη σύνταξη, δεν θα πάρει τα δικά μας του χρόνου. 40 χρόνια εκεί, μέχρι κι εγώ τον θυμάμαι όταν ήμουν παιδί. Ήταν ένα με το συγκεκριμένο Δημοτικό, και τώρα ο κύκλος ολοκληρώθηκε. Τέλος. Φεύγει και η Αγγλικού που είχε φέρει το Halloween στο σχολείο μας, αντίθετα με την ξινή την Εικαστικού που έλεγε ότι αυτά είναι του Σατανά. Την στέλνουν αλλού τώρα, κρίμα γιατί αγαπούσε τα παιδιά και τα παιδιά την αγαπούσαν επίσης. Φύγαμε και εμείς με ένα κενό, σαν αυτό που μας άφησε ο Μάρτιος και η Άνοιξη του 20. Καμιά δροσιά στο προαύλιο, κανένα γέλιο, καμιά φωνή. Κάτι τυπικοί αποχαιρετισμοί, άρρωστοι κι αυτοί σαν την πανδημία που μας σκέπασε. Τί κωλο-Ιούνης κι αυτός; Καμιά διάθεση για καλοκαίρι, καμιά διάθεση για διακοπές. Κενό και ζέστη μαζί συννεφιά και βουβαμάρα.
Οι βρύσες κλειστές. Κανείς δεν τις πλησιάζει.

Γιώργος Χατζηκυριάκος

Posted in Χωρίς κατηγορία | Σχολιάστε

Καλλιτέχνες. Ήμασταν πάντα σε καραντίνα.

2872780-YEZUHEJQ-32

Πριν ξεκινήσω πρέπει να ομολογήσω κάτι: δεν θεωρώ τον εαυτό μου καλλιτέχνη. Μπορεί τα τελευταία έξι χρόνια να δούλεψα στο χώρο του θεάτρου, του θεάματος, των escape rooms και των θεματικών πάρκων και της διασκέδασης, αλλά δεν θεωρώ πως είμαι ηθοποιός. Έπαιξα μερικούς ρόλους, έκανα κομπαρσιλίκια σε ελληνικές και ξένες παραγωγές, έγραψα και ανέβασα ένα θεατρικό, φόρεσα γιγαντοστολές, έκανα τον αη-Bασίλη, τον νίντζα, τον τζεντάι, τον πειρατή, τον Μαραθωνομάχο… αυτά. Δεν περιμένω να έρθει κανείς να με πάρει σε μεγάλη ταινία, ούτε σε τηλεοπτική σειρά. Ούτε στην Επίδαυρο ούτε σε κάποιο θέατρο. Στην τελική αυτό που ήθελα, και αυτό που πάσχιζα περισσότερο, ήταν να γίνω συγγραφέας. Να ζω από το γράψιμο. Τα βιβλία και τις ιστορίες μου.

Ήδη από το 2006 όταν ολοκλήρωσα το πρώτο μου μυθιστόρημα, κατάλαβα τι θα πει περιορισμός. Η μία απόρριψη ακολούθησε την άλλη. Έγραψα και δεύτερο μυθιστόρημα αλλά η τύχη του ήταν ίδια με το πρώτο. Ονειρευόμουν πως θα γινόμουν και εγώ σαν τους αγαπημένους μου συγγραφείς, αλλά σύντομα κατάλαβα αυτό που μου έλεγαν παλιότερα. Στην Ελλάδα δεν ζεις από την τέχνη. Ούτε από τα βιβλία, ούτε από τη ζωγραφική, ούτε απο την μουσική, την υποκριτική και το χορό. Αναρωτιόμουν ωστόσο πως γίνεται κάποιοι να το έχουν καταφέρει αυτό. Οι συγγραφείς που ήταν κάθε φορά στη βιτρίνα των βιβλιοπωλείων. Οι μουσικοί που τα τραγούδια τους παίζονταν συνεχώς στο ραδιόφωνο. Οι ηθοποιοί που ήταν σε νέες παραστάσεις, νέες ταινίες και νέες σειρές.

Μάλλον δεν ήμουν καλός. Όχι τόσο καλός ώστε να φτάσω εκεί που έφτασαν οι άλλοι. Ένιωθα ανίκανος, λειψός και Δον Κιχώτης.

Ωστόσο δεν τα παράτησα. Το τρίτο μου μυθιστόρημα κυκλοφόρησε. Και το τέταρτο. Και το πέμπτο. Και το έκτο. Και διάφορα διηγήματα σε ανθολογίες. Και κέρδισα και μερικές πρωτιές σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς. Είχα περάσει πια το στάδιο της απόρριψης και ο δρόμος ανοιγόταν για εμένα. Στενός.

Ναι και; Δεν έβγαλα ποτέ χρήματα από αυτά τα βιβλία. Αντιθέτως, σε μερικές περιπτώσεις, χρειάστηκε να δώσω. Και δεν ήμουν ο μόνος φυσικά. Είναι έτσι το σύστημα του βιβλίου στην Ελλάδα που αντί να κερδίζεις, χάνεις. Δεν είναι δουλειά να ζημιώνεσαι. Ούτε να πληρώνεις για να δουλεύεις. Και φυσικά δεν είναι δουλειά να εργάζεσαι δίχως πληρωμή.

Αλλά μάλλον το να γράφεις μυθιστορήματα, διηγήματα και παραμύθια, δεν είναι δουλειά. Δεν ήταν ποτέ. Ίσως να μην θεωρείται καν πολιτισμός αφού μάλλον πολιτισμός είναι εκείνα τα έργα που δοξάζονται, που ανταμείβονται και που υπάρχουν. Κυρίως το τελευταίο.

Επιστρέφοντας πίσω στο 2006 και στις απορρίψεις του πρώτου μου βιβλίου (το οποίο δεν εκδόθηκε ποτέ) έχοντας πλέον καταλάβει από νωρίς ότι δεν μπορώ να ζήσω από τη συγγραφή, άρχισα να αναζητώ εργασία από εδώ και από εκεί. Ο δρόμος με έφερε κοντά στον πολιτισμό και συγκεκριμένα στη μουσική. Εργάστηκα στα Metropolis, τα δισκοπωλεία, τα οποία μετέπειτα άνοιξαν και τμήμα βιβλίου. Δούλευα για άλλους καλλιτέχνες, φτασμένους και μη, να πουλάω τους δίσκους και τα βιβλία τους. Δεν με χάλαγε. Αντιθέτως το λάτρευα. Αγαπούσα τη δουλειά μου, ακόμα κι αν αυτή αργοπέθαινε κάτω από τα βήματα της νέας εποχής. Ο κόσμος δεν αγόραζε πια cd, τουλάχιστον όχι από κάποια ηλικία και κάτω. Οι νέοι άκουγαν μουσική δωρεάν από το ίντερνετ.

Α, το ίντερνετ! Όλα από εκεί. Όλα κατεβατά και δωρεάν. Τραγούδια, ταινίες, σειρές. Ελεύθερα και χωρίς μέτρο. Χωρίς αντίτιμο. Χωρίς μέλλον για τους νέους μουσικούς οι οποίοι θα αναγκάζονταν να βγάζουν τα τραγούδια τους ελεύθερα στο διαδίκτυο περιμένοντας την υποστήριξη του κόσμου. Likes, subscribes και κολοκύθια.

Το τέλος των Metropolis δεν άργησε να έρθει. Όχι βέβαια ότι το χτύπησε η πειρατεία αλλά συνέβαλε σε μεγάλο ποσοστό. Ήταν η εποχή της οικονομικής κρίσης, των μνημονίων, των λουκέτων και του εργασιακού μεσαίωνα. Η εποχή των απλήρωτων εργαζομένων, των απολύσεων και των προτιμήσεων. Αν είσαι κάτω των 25 χρονών, βρίσκεις πιο εύκολα δουλειά διότι δικαιούσαι λιγότερα χρήματα σύμφωνα με τα νέα εργασιακά. Οι πιο μεγάλοι; Περισσεύετε. Τί να κάνουμε; Υπάρχει κρίση. Δεν το βλέπεις;

Και έτσι ξεκίνησε ένας νέος Γολγοθάς. Για πολλούς. Κυρίως για τους καλλιτέχνες. Όχι βέβαια ότι πριν ήταν σε καλύτερη μοίρα, αλλά τώρα τα πράγματα ήταν πιο δύσκολα. Ψάξε δουλειά, βρες δουλειά, λιώσε στη δουλειά και με τον λίγο χρόνο που σου απομένει, κάνε τέχνη. Γράψε, παίξε, τραγούδα, ζωγράφιζε. Για χόμπι. Για ψυχική γαλήνη. Και κάνε υπομονή. Τα πράγματα θα φτιάξουν.

Και έτσι πέρασαν άλλα δέκα χρόνια. Με κρίση, μνημόνια, φόρους και λίγα λεφτά. Και στα ραδιόφωνα οι ίδιοι. Όπως και στην τηλεόραση. Και στις μεγάλες παραστάσεις. Και στα βιβλιοπωλεία. Και τα μικρά ψαράκια τρώγονταν από τα μεγάλα. Ο πολιτισμός στον γύψο και οι καλλιτέχνες σε καραντίνα. Οι περισσότεροι. Οι νέοι. Η φρέσκια γενιά. Το νέο αίμα.

Και πριν καλά καλά συνηθίσουμε σε αυτό, με δέκα χρόνια κρίσης στην πλάτη όπου γίναμε εργάτες, υπάλληλοι και παρωδίες των ονείρων μας, ήρθε ο κορωνοιός. Ήρθε η πανδημία, η καραντίνα και τα μέτρα προστασίας.

Και μείναμε σπίτι. Και εμείς και οι τέχνες μας μαζί.

Άλλοι πήραν και τη δουλειά τους. Δούλευαν από το σπίτι με παιδιά, σκυλιά και το ίντερνετ να πέφτει. Μα η δουλειά συνεχίστηκε κανονικά. Η δική μας όχι.

Κάναμε υπομονή. Όλοι. Περιμέναμε την άρση των μέτρων και την επιστροφή στην καθημερινότητα; Αλλά για ποιο λόγο; Τα θέατρα θα μείνουν κλειστά. Συναυλίες δεν θα γίνουν. Καλλιτέχνες σε απόγνωση και δίχως επίδομα. Δίχως μέλλον και δίχως παρόν.

Καραντίνα.

Αλλά πάντα έτσι δεν ήμασταν; Πάντα δεν ήμασταν οι φτωχοί συγγενείς; Οι ονειροπόλοι και οι ασυμβίβαστοι; Τα κακά παιδιά, τα βάρη της κοινωνίας; Οι “πότε θα βρεις καμιά δουλειά της προκοπής” και οι “επάγγελμα είναι αυτό που διάλεξες;”. Ή περιμέναμε την πανδημία για να το καταλάβουμε;

Λένε πως ο κόσμος δεν μπορεί χωρίς τέχνη. Χωρίς ταινίες, χωρίς τραγούδια, χωρίς βιβλία. Φυσικά και όχι. Δεν μπορεί. Αλλά σκεφτήκαμε άραγε για ποια τέχνη μιλάμε; Οι άνθρωποι θα δουν ταινίες αλλά όχι αυτές που παίζουμε εμείς. Ούτε τις παραστάσεις, ούτε τα δρώμενα. Θα ακούσουν τραγούδια αλλά όχι τα δικά μας. Θα διαβάσουν βιβλία, μυθιστορήματα, ποιήματα, παραμύθια αλλά όχι τα δικά μας. Αν το έκαναν, δεν είχαμε φτάσει σε αυτό το σημείο. Η χώρα, το κράτος, η κοινωνία, θα είχαν φροντίσει για εμάς.

Αλλά όχι. Εμείς περισσεύαμε. Δεν χωρούσαμε.

Τι είναι νομίζεις η τέχνη στην Ελλάδα; Ένα λεωφορείο. Ένα λεωφορείο που περιμένεις στη στάση για να πας στη δουλειά σου. Ένα λεωφορείο που έρχεται τιγκαρισμένο στον κόσμο σε μέρα που ο ΗΣΑΠ έχει απεργία. Οι πόρτες ανοίγουν αλλά δεν χωράς να μπεις και μένεις απέξω να περιμένεις το επόμενο.

Το ξέραμε ότι δεν ζήσουμε από τα καλλιτεχνικά. Έτσι δεχτήκαμε να γίνουμε εργάτες. Συμβιβαστήκαμε, γουστάραμε και δώσαμε τους καλύτερους εαυτούς μας. Και μετά; Πληρώσαμε την κρίση τους. Τα μνημόνια και τα μέτρα λιτότητας.

Είπαμε θα περάσει. Θα έρθουν άλλες μέρες. Και πράγματι ήρθαν. Μέρες άρρωστες. Μέρες επικίνδυνες. Μέρες κλεισούρας και απομόνωσης. Πληρώσαμε την πανδημία τους. Την καραντίνα και τα μέτρα προστασίας τους.

Ήμασταν καλά παιδιά. Εργατικά, πρόθυμα και ταλαντούχα. Ονειροπόλα και ενίοτε αισιόδοξα.

Αλλά πάντα περισσεύαμε. Και εμείς και τα ταλέντα μας.

Καλό κουράγιο φίλοι.

Γιώργος Χατζηκυριάκος

 

«Σαν βγω από αυτή τη φυλακή, κανείς δεν θα με περιμένει

οι δρόμοι θα είναι αδειανοί και η πολιτεία μου πιο ξένη

τα καφενεία όλα κλειστά και οι φίλοι μου ξενιτεμένοι»

Διονύσης Σαββόπουλος – Δημοσθένους Λέξις

 

 

 

 

Posted in Χωρίς κατηγορία | 1 σχόλιο

Περί Πραγματικότητας – Το τέλος της Φαντασίας στην Ελλάδα του 2020

steven-fergusson-hochmann-dibujo-180-subir

Πριν από λίγες μέρες ανακοινώθηκε το τέλος του Fantasticon. Μετά από εφτά χρόνια λειτουργίας, ο σύλλογος αυτός που με πάλεψε με πάθος για να την ανάδειξη του ελληνικού και όχι μόνο Φανταστικού στη χώρα μας, παύει να υφίσταται. Η γιορτή που όλοι περιμέναμε κάθε χρόνο για έρθουμε πιο κοντά, να ανταλλάξουμε απόψεις, να δούμε νέα βιβλία και να γνωρίσουμε συγγραφείς, τελείωσε με ένα πικρό μήνυμα από τα μέλη του συλλόγου:

«Η Πραγματικότητα αποδεικνύεται πιο δυνατή από την Φαντασία»

Αυτό ήταν, λοιπόν. Η Πραγματικότητα νίκησε όλες αυτές τις ρομαντικές ενέργειες. Λογικό. Εδώ και πολλά χρόνια έχει νικήσει. Γιατί αν τα πράγματα ήταν αλλιώς για το ελληνικό Φανταστικό, την τέχνη, τους καλλιτέχνες και τους δημιουργούς, δεν θα είχε υπάρξει ποτέ το Fantasticon. Δεν θα το χρειαζόμασταν καν. Μα δυστυχώς και το χρειαστήκαμε, και το πιστέψαμε και τελικά το χάσαμε και αυτό. Και όλα συνεχίζουν να βυθίζονται ξανά στο βούρκο στον οποίο είμαστε κολλημένοι εδώ και πολλά χρόνια, κυρίως εντός της δεκαετίας της κρίσης όπου ελπίζαμε να κάνουμε τα χόμπι μας δουλειά μα δυστυχώς είδαμε τις δουλειές μας να γίνονται χόμπι.

Αλλά τι είναι η Πραγματικότητα; Πώς γίνεται να να είναι πιο δυνατή από την Φαντασία και τους εκπροσώπους της ειδικά σε μια χώρα που φημίζεται για την παντοδυναμία των μύθων, των θρύλων και των παραμυθιών της; Πώς γίνεται χιλιάδες δημιουργοί να παραμένουν άφαντοι και να καταπνίγονται από κύματα άγνοιας και αδιαφορίας; Πώς γίνεται κάθε καλή και τίμια προσπάθεια να καταλήγει στον κάλαθο των αχρήστων που επιπλέει στα νερά της Λήθης;

Επειδή η Πραγματικότητα είναι το τέρας του παραμυθιού. Το τέρας που δεν νικιέται.

Η Πραγματικότητα είναι οι θείοι του Χάρι Πότερ. Αυτοί οι άθλιοι τύποι που τον είχαν κλειδωμένο στο υπόγειο και του φέρονταν με τον χειρότερο τρόπο επειδή ήταν διαφορετικός. Που δεν τον άφηναν να κάνει τα μαγικά του φοβούμενοι για διάφορα. Ποτέ δεν υπολόγισαν την δική του ψυχολογία, ούτε και τα τραύματα που μπορούν να αφήσουν τέτοιες πρακτικές σε μια παιδική ψυχή. Η Πραγματικότητα δεν θέλει μάγους. Δεν θέλει δημιουργούς. Θέλει υπαλλήλους και υπηρέτες. Ανθρώπους όχι να κάνουν τη δουλειά τους αλλά τη δουλειά των άλλων.

Πραγματικότητα είναι να θες να γίνεις μάγος. Μάλλον κάτι πολύ χειρότερο: Πραγματικότητα είναι να ξέρεις ότι είσαι μάγος αλλά να μην σε αφήνουν να είσαι. Να πνίγεις τον καλλιτέχνη μέσα σου και να αναλώνεσαι σε ένα σωρό δουλειές άσχετες με το ποιόν και το αντικείμενο σου. Να δουλεύεις για ψίχουλα επειδή δεν έχεις άλλη επιλογή. Να ξυπνάς νωρίς, να στοιβάζεσαι στα τρένα και στα λεωφορεία και να κοιτάς τις αφίσες και τις διαφημίσεις. Να πνίγεσαι στην κίνηση και φτάνεις στη δουλειά όπου θα βιώνεις το δικό σου κολαστήριο για το καλό της εταιρείας. Να δέχεσαι την ταπείνωση όταν η δουλειά δεν πάει καλά αλλά να μην μοιράζεσαι τα κέρδη όταν η δουλειά αποδίδει.

Πραγματικότητα είναι να ονειρεύεσαι να γίνεις η Rowling. Να αποτυγχάνεις ξανά και ξανά με την ελπίδα ότι κάποια στιγμή θα κάτσει και σε εσένα η καλή. Να περιμένεις πως το βιβλίο σου θα γίνει αποδεχτό από έναν μεγάλο εκδοτικό οίκο και πως όλα θα πάρουν τον δρόμο τους. Θα γράφεις, θα εργάζεσαι σαν συγγραφέας και θα αφιερώνεις όλο σου το χρόνο σε αυτή την απαιτητική δουλειά και όχι στην άλλη που με το ζόρι κάνεις. Θα είσαι μοναδικός και όχι αναλώσιμος.

Καθημερινότητα είναι να συνειδητοποιείς ότι δεν θα γίνεις ποτέ η Rowling. Γιατί δεν ζεις στην Αγγλία. Ούτε στην Αμερική. Ούτε και στις καλές εποχές του 80 και του 90 που το Φανταστικό πήρε τα πάνω του.

Πραγματικότητα είναι να βλέπεις ότι η μοναδική επιτυχία που μπορείς να κάνεις σαν συγγραφέας στην Ελλάδα είναι να πουλήσεις μερικά χιλιάδες αντίτυπα. Τίποτα παραπάνω. Να βλέπεις ότι ο κόσμος των τεχνών και των γραμμάτων έχει κολλήσει σε παλιότερες δεκαετίες. Ούτε ένα βήμα πίσω. Τίποτα. Παλιές δόξες και μόνο. Κάτι σαν το “όταν οι άλλοι έτρωγαν βελανίδια, εμείς χτίζαμε Παρθενώνες”. Τώρα που οι άλλοι έχουν χτίσει ολόκληρη βιομηχανία πάνω στο Φανταστικό, εμείς ούτε βελανίδια δεν έχουμε να φάμε.

Πραγματικότητα είναι να σου ζητάνε να πληρώσεις για να βγάλεις ένα βιβλίο. Να πληρώνεις για τα έργα σου αντί να πληρώνεσαι από αυτά. Και αφού τελικά ενδίδεις διότι δεν έχεις άλλη επιλογή, να μετράς αντίστροφα για τον καιρό που ο εκδοτικός θα ρίξει την τιμή του βιβλίου σου για να μπορείς να αγοράσεις τα αντίτυπα που απέμειναν ώστε να τα χαρίσεις σε φίλους. Να βλέπεις το βιβλίο σου σε στοίβες στα παζάρια και στους πάγκους με τις προσφορές.

Πραγματικότητα είναι να έχεις εκδόσει βιβλία και να μην τα βρίσκεις πουθενά. Να μην τα διαβάζει κανείς, να μην τα ξέρει κανείς, να μην πρόκειται να τα μάθει κανείς. Και εσύ να ψάχνεις δουλειά για 500 ευρώ ή να ζεις στη βιοπάλη αγωνιώντας μη χάσεις τη θέση σου εκεί που βρίσκεσαι.

Πραγματικότητα είναι να είσαι ένας από τους χιλιάδες συγγραφείς που γράφουν στην Ελλάδα Φανταστικό δίχως να γνωρίζει ο ένας τον άλλον. Να βλέπεις δεκάδες τίτλους να βγαίνουν σωρηδόν αλλά κανένας να μην κάνει το παραπέρα βήμα. Βιβλία που μοιάζουν περισσότερο με πτυχία. Ακριβοπληρωμένα και άχρηστα. Καμάρια του καθενός, της οικογένειας του και των φίλων του, κοσμήματα για τοίχους και τίποτα άλλο.

Πραγματικότητα είναι να πηγαίνεις σε παρουσιάσεις βιβλίων και να μετράς από 10 άτομα και κάτω. Να επισκέπτεσαι άδεια θέατρα και μισογεμάτες συναυλίες νέων καλλιτεχνών. Να περνάει ο καιρός και το πλήθος να μειώνεται.

Πραγματικότητα είναι να κοιτάζεις τον κόσμο μέσα από τα social media. Εκεί όπου έκανες τον πλασιέ του ίδιου σου του έργου χωρίς πολλά αποτελέσματα. Να βλέπεις τους άλλους να παραμένουν οπαδοί και να βροντοφωνάζουν κάτω από μεγάλα ονόματα. Να βλέπεις πως δεν έχεις καμία θέση μέσα σε όλον εκείνο το θόρυβο, εκτός κι αν στέκεσαι και εσύ στις κερκίδες σαν οπαδός.

Πραγματικότητα είναι να γερνάς μέσα σε έναν κόσμο που προσπαθεί να κρατηθεί νέος. Να πεθαίνεις βουβά στην εποχή των όμορφων και καλοφτιαγμένων ανθρώπων που αυτοφωτογραφίζονται κουρασμένοι από την ασχήμια που μας περιβάλλει όλους.

Πραγματικότητα είναι να λες “υπομονή, όλα θα αλλάξουν” ενώ ξέρεις καλύτερα από όλους ότι τίποτα δεν πρόκειται να αλλάξει.

Γιώργος Χατζηκυριάκος

Posted in Χωρίς κατηγορία | 3 Σχόλια

Καρδιές στην Καραϊβική

81581547_10221446907230831_2221363210114564096_o

Το 2020 μπήκε με γιορτές, αργίες, δώρα και ευχές. Τουλάχιστον μακριά από τις Εφτά Θάλασσες που πλέει ο Ιπτάμενος Ολλανδός, το στοιχειωμένο πλοίο που με κρατάει αιχμάλωτο στο escape room που δουλεύω. Εκεί, στο καράβι, στο αμπάρι και στο κελί, δεν έχει Χριστούγεννα. Δουλειά, δουλειά, δουλειά. Και εγώ μες πίσω από τα κάγκελα, στη ρημαγμένη στολή του πειρατή και με ένα άδειο μπουκάλι να συλλογίζομαι τον Χρόνο που φεύγει και χάνεται.

Γιορτές; Ποιες Γιορτές; Εδώ δεν έχει ξεκούραση. Δεν έχει Χριστούγεννα. Εδώ δεν έχει γιορτές.

Το 2020 μπαίνει με διαφορά λίγων ωρών. Αλλαγή του έτους τα μεσάνυχτα, λίγο ξενύχτι και την άλλη μέρα και πάλι δουλειά. Από νωρίς. Μέσα στο καράβι να ονειρεύομαι τους θησαυρούς που ποτέ δεν βρήκα, το λιμάνι που δεν έφτασα, τη δόξα, το χρυσάφι και κάθε τι που έσπρωξε έναν πειρατή στη θάλασσα, μακριά από το σπίτι. Εκεί, να τραγουδώ παλιά ναυτικά τραγούδια, ιρλανδέζικους σκοπούς και μπαλάντες πειρατών που χάθηκαν σε ξένα ύδατα.

Και τότε έρχεται το μήνυμα. Το μήνυμα της Ιωάννας:

«Χρόνια πολλά και ευτυχισμένο το 2020! Το Σάββατο 4/Ιανουαρίου κλείσαμε για τον Πειρατή. Θα είσαι εκεί να σε ξαναδεί η Μαρία;»

Η Μαρία. Η Μαρία! Το γενναιότερο παιδί που πέρασε ποτέ από το Release the Kraken θα ερχόταν και πάλι στον Ιπτάμενο Ολλανδό. Η Μαρία, το κορίτσι που μου χάρισε για δώρο μια αγκαλιά και μια υπόσχεση, την Παραμονή των Χριστουγέννων του 2018, θα ερχόταν και πάλι να με δει. Η Μαρία από την Νέα Μάκρη, που το 2019 με έφερε τόσο κοντά, την μία ως Προμηθέα και την άλλη ως Μαραθονομάχο.

Τρεις μέρες πέρασαν. Και ήταν αρκετές για να θυμηθώ όλα τα παιδιά που πέρασαν από το Release the Kraken. Παιδιά που τα συνάντησα ξανά στην άλλη μου δουλειά, εκεί στις εκδρομές, στην Πάρνηθα, αγόρια και κορίτσια που έλεγαν στους φίλους τους για τον πειρατή που συνάντησαν στο πάρτι τους. Παιδιά με καλή ψυχή, με χιούμορ, φαντασία, καλοσύνη.

Παιδιά. Πόσα και πόσα πέρασαν από αυτό το πλοίο μέσα σε 21 μήνες; Ω Θεέ μου, πάρα πολλά. Παιδιά που ξαναγύρισαν να πουν ένα γεια. Παιδιά που δεν φάνηκαν ξανά. Παιδιά που ξέχασα και που έσβησα στην μνήμη τους. Παιδιά. Πολλά παιδιά. Αλλά κανένα τους σαν την Μαρία.

Μαρία. Γέννημα καλοκαιριού. Καρδιά της περιπέτειας. Ψυχή της θάλασσας. Μάτια γεμάτα θαύμα, ταξίδι και αιώνια παιδικότητα. Στα αλήθεια, ποιος θα μπορούσε να ελευθερώσει μια ναυτική κατάρα εκτός από ένα πλάσμα σαν αυτό; Ποιος θα μπορούσε να νικήσει τα τέρατα και να σώσει ένα μάτσο ξεγραμμένους πειρατές;

Το Σάββατο ήρθε μαζί με τον Γενάρη, το νέο έτος, την Μαρία, τον αδελφό της και την παρέα τους. Το παιχνίδι ξεκινά, τα φώτα σβήνουν και η ιστορία ζωντανεύει. Και να σου την εκεί, ένα κεφάλι ψηλότερη με μια μπλούζα Star Wars και ένα προσωπάκι όλο αμηχανία και ντροπή και μια καρδιά γεμάτη θάρρος. Η Μαρία, ένα κορίτσι που σε λίγο θα γίνει κοπέλα, ένα παιδί που θα μείνει για πάντα παιδί.

Πώς είναι να ανταμώνεις έναν φίλο μετά από χρόνια; Πώς είναι να βλέπεις τα σημάδια του Χρόνου πάνω στο πρόσωπο του; Πώς είναι να μεγαλώνεις και να αντικρίζεις τον εαυτό σου νέο ξανά; Πώς είναι να ζεις την Περιπέτεια;

Πώς περνάει η ώρα; Πώς όλα τελειώνουν  ξανά; Πώς έρχεται και πάλι η ώρα του αποχαιρετισμού;

Ναι, κάπως έτσι. Απλά.

Το παιχνίδι τελείωσε. Κάπως διαφορετικά αυτή τη φορά. Πήρα την καρδιά του Κράκεν και την έδωσα στην Μαρία μαζί με το καπέλο. Από τώρα και στο εξής εκείνη θα ήταν η καπετάνισσα μας. Η προφητεία ολοκληρώθηκε. Το παιδί που θα επέστρεφε στον Ιπτάμενο Ολλανδό, θα έλυνε την κατάρα και θα έπαιρνε το πλοίο. Και όλοι θα ήμασταν ελεύθεροι ξανά.

Και έτσι τελείωσε το παιχνίδι. Μα η ιστορία θα συνεχίζεται.

Και μετά τα κλασσικά διαδικαστικά του παιχνιδιού. Φωτογραφιες, σκορ ομάδας, «πάρτε τα πράγματα σας» κτλ

Μα η Μαρία έμεινε εκεί. Μου έδωσε την πιο γερή αγκαλιά που μπορεί να δώσει μια φίλη. Η καρδιά της βροντοχτυπούσε και τα χέρια της έτρεμαν μαζί με τα όμορφα λόγια της.

«Μου έλειψες. Δεν θέλω να ξαναφύγω. Σε αγαπώ»

Και οι καρδιές μας χτυπούσαν στην Καραιβική. Στην Άκρη του Χρόνου, στα Πέρατα του Κόσμου, εκεί που όλοι είμαστε παιδιά, ήρωες, πειρατές και πολεμιστές. Εκεί που έχει πάντα Χριστούγεννα, εκεί που οι Γοργόνες τραγουδούν για φίλους που μένουν πάντα φίλοι, για παιδιά που δεν μεγαλώνουν ποτέ,  για ανθρώπους με καλή ψυχή, χαμόγελο στα χείλη και δάκρυα στα μάτια.

Εκεί που χτυπάει η καρδιά της Μαρίας.

Εκεί που χτυπάει η καρδιά ενός κοριτσιού που θα μείνει για πάντα αθώο.

Εκεί που χτυπάει η καρδιά ενός παιδιού που θα μείνει για πάντα παιδί.

«Θα έρχομαι κάθε Χριστούγεννα να σε βλέπω»

«Και εγώ θα είμαι για πάντα εδώ, σε αυτό το στοιχειωμένο πλοίο να σε περιμένω»

Μαρία. Καπετάνισσα μου. Παιδί μου.

 

Posted in Χωρίς κατηγορία | Σχολιάστε

Το πρώτο Χριστουγεννιάτικο event των Will o’ Wisps!

 

Απόψε, Δευτέρα 2 Δεκεμβρίου 2019 η ομάδα του Will o Wisps σκαρώνουμε το πρώτο μας χριστουγεννιάτικο event στο 1002 Νύχτες στο Ψυρρή. Θα είμαι και εγώ να διαβάσω αποσπάσματα από το τελευταίο μου βιβλίο «Το Γελαστό Πνεύμα των Γιορτών – Πώς ο Διόνυσος έγινε ο Άγιος Βασίλης»

79683976_802226830213167_6344146048901971968_n

Δείτε το πρόγραμμα εδώ:

Το Will o’ Wisps γιορτάζει τα Χριστούγεννα! ❄️
Τη Δευτέρα 2/12 σας προσκαλούμε σε μια εκδήλωση με χριστουγεννιάτικη ατμόσφαιρα, ακολουθώντας τα σαγηνευτικά Will o’ Wisps στο 1002 Νύχτες!

Μια βραδιά με την υπογραφή του ελληνικού portal του φανταστικού, με αφηγήσεις και αναγνώσεις χριστουγεννιάτικων ιστοριών, παιχνίδια, ατμοσφαιρικά live και άλλες εκπλήξεις!

Είσοδος Ελεύθερη
Ελάχιστη Κατανάλωση 5€
Ώρα έναρξης: 18:00

Πρόγραμμα

18:00 Έναρξη – Χαιρετισμός

18:15 – 18:30 H συγγραφέας Δανάη Ιμπραχήμ θα διαβάσει την ιστορία «Η Ψυχή και η Χιονονυφάδα» όπου συμπεριλαμβάνεται στη δεύτερη ανθολογία της ομάδας του Will o’ Wisps με τίτλο «Του Χειμώνα Ψίθυροι».

18:30 – 18:50 Ελζεντάρ: Η Ψηλή Πριγκίπισσα. Αφήγηση παραμυθιού από τον Ανδρέα Μιχαηλίδη, μουσική και τραγούδι από τη Χριστίνα Υφαντή.

18:50 – 19:20 Χριστουγεννιάτικο quiz! Ο Χρήστος Πιταράκης και η Χριστίνα Υφαντή θα παρουσιάσουν ένα παιχνίδι με θέμα τα Χριστούγεννα και τον Χειμώνα. Δοκιμάστε τις γνώσεις σας σε ένα παιχνίδι ερωτήσεων που αφορούν ένα ευρύ φάσμα του φανταστικού: λαογραφία, παραμύθια, κινηματογράφος, βιβλία και μουσική!

19:20 – 19:30 Κληρώσεις: Τέσσερις τυχεροί θα έχουν τη δυνατότητα να κερδίσουν τη δεύτερη ανθολογία της συγγραφικής ομάδας του Will o’ Wisps, «Του Χειμώνα Ψίθυροι» (εκδ.Πηγή) και το βιβλίο «Μία Χριστουγεννιάτικη Ιστορία» (εκδ. Κουκούτσι).

19:30 – 20:00 Μία Χριστουγεννιάτικη Ιστορία: Οι ηθοποιοί Μελισσάνθη Ρεγκούκου, Ιωάννα Δαρμή και Γιάννης Φιλίππου ζωντανεύουν το κλασσικό κι αγαπημένο έργο του Καρόλου Ντίκενς, ερμηνεύοντας απόσπασμα της ομώνυμης θεατρικής παράστασης (Θέατρο Διάνα, απόδοση/σκηνοθεσία: Κωνσταντίνα Νικολαΐδη) και διαβάζοντας αποσπάσματα από τη νέα, συλλεκτική έκδοση του έργου (Μετάφραση-Σημειώσεις-script: Μαρία Σ. Μπλάνα, εκδ. Κουκούτσι). Όλη η μαγεία των Χριστουγέννων, μέσα από ένα αριστούργημα της παγκοσμίου λογοτεχνίας, που έχουν λατρέψει μικροί και μεγάλοι!

20:00: 20:30 Από τον Διόνυσο στον Άγιο Βασίλη. Ο συγγραφέας Γιώργος Χατζηκυριάκος θα αφηγηθεί την ιστορία των χριστουγέννων και θα διαβάσει αποσπάσματα από το βιβλίο του «Το Γελαστό Πνεύμα των Γιορτών».

20:30 – 21:00 Εννιά Κυρίες Που Χορεύουν. Διαδραστικό αφηγηματικό παιχνίδι. Μια ιστορία ξεκινά, αλλά στα κομβικά σημεία της εσείς επιλέγετε πώς θα πράξουν οι ήρωες!

21:00 – 21:15 Τραγούδι από την Χριστίνα Υφαντή.

❄️🕯

Σχεδιασμός και εικονογράφηση αφίσας: Marilena Mexi – illustrator – Writer

#willowispsgr #willowispschristmasnight #1002Νύχτες

1002 Νύχτες Μουσική Σκηνή – Restaurant-Bar
Καραϊσκάκη 10, Ψυρρή 105 54 Αθήνα

T (+30) 210 33 17 293
www.1002nyxtes.gr
E info@1002nyxtes.gr
E xilies2nyxtes@yahoo.gr
https://www.facebook.com/1002nyxtesGR/
https://www.1002nyxtes.gr/index.php/GR/booking-gr (e-tickets)

Posted in Χωρίς κατηγορία | Σχολιάστε

Ο θεός Διόνυσος που έγινε ο Άγιος Βασίλης

πνευμαγιορτων

Πριν ξεκινήσω την αφήγησή μου, θα ήθελα να σας πω ότι κι εγώ σαν ήμουν παιδί γνώρισα τον Άη Βασίλη όπως συνηθίζουμε να τον βλέπουμε εδώ και πολλά χρόνια: έναν χαρούμενο γεράκο, κεφάτο και στρουμπουλό, ντυμένο στα κόκκινα. Μεγαλώνοντας, άρχισα να ακούω από δω κι από κει ότι ο αληθινός Άγιος Βασίλης δεν είχε καμία σχέση με αυτό τον τύπο, που στα αγγλικά τον λέγαμε Σάντα Κλάους. Κάποιοι είπαν, κι ακόμα λένε, ότι ο αληθινός Άγιος ήταν ένας αδύνατος ηλικιωμένος άντρας, αυστηρός, με σκούρα γένια και καταγωγή από την Καισάρεια της Καππαδοκίας. Μάλιστα, ο παππούς μου, όντας Καππαδόκης, με πείραζε λέγοντάς μου ότι τον είχε συναντήσει όταν ήταν παιδί, πριν έρθει στην Ελλάδα ως πρόσφυγας.

Πολύ αργότερα, κι ενώ το Διαδίκτυο μας έκανε όλους πιο σοφούς με την ανεξάντλητη γνώση που προσφέρει, διάβασα ότι ο Σάντα Κλάους δεν είναι ο Άγιος Βασίλης αλλά ο Άγιος Νικόλαος. Στην αρχή, μου ήταν λίγο δύσκολο να το πιστέψω. Έτσι άρχισα να ερευνώ σε βάθος την ιστορία του. Πράγματι, έπειτα από μεγάλη έρευνα, ανακάλυψα πως ο υποτιθέμενος Άγιος Βασίλης ήταν ο Σίντεκλας των Ολλανδών και ο Σεντ Νίκολας των Αμερικανών. Μα πριν ήταν ο Πατέρας των Χριστουγέννων των Άγγλων και των Γάλλων. Και πιο πριν ακόμα ήταν κάποιος άλλος που άλλαζε ονόματα και συνήθειες από τόπο σε τόπο.

Η μαγική μορφή που μοίραζε τα δώρα στο χειμερινό ηλιοστάσιο, φτάνει ακόμα πιο πίσω, βαθιά μέσα στον χρόνο, πολύ πριν από τη γέννηση του Χριστού. Και κάπου εκεί συναντάει μια δική μας αρχαία γιορτή, που είχε ως κύριο γνώρισμα τη χαρά, το τραγούδι και το ξεφάντωμα μες στη μέση του καταχείμωνου. Εκεί που –προς μεγάλη μας έκπληξη– οι αρχαίοι Αθηναίοι γιόρταζαν τη γέννηση του θεού Διονύσου. Του θεού του κρασιού, του κεφιού και της χαράς. Του εορταστικού Βάκχου, τον οποίο αναβίωσε ο Κάρολος Ντίκενς στην ιστορία του Ο Ύμνος των Χριστουγέννων, χρησιμοποιώντας το πορτρέτο του για να δημιουργήσει το πνεύμα των σημερινών Χριστουγέννων. Ένα πνεύμα χαρούμενο, που σκορπά την ευλογία και την αφθονία στις καρδιές των ανθρώπων γελώντας τρανταχτά από καλοσύνη και ευγένεια, όπως ο πάντοτε ειρηνικός Διόνυσος, ο θεός για τον οποίο λένε πως κάποτε κατέκτησε την Ανατολή χωρίς στρατό και όπλα. Και αν δεν είναι αυτός ο αληθινός Άη Βασίλης που έρχεται κάθε Χριστούγεννα για να μας κάνει χαρούμενους, τότε πραγματικά δεν έχω ιδέα ποιος είναι. Άλλωστε, ο Διόνυσος ξέρει να μεταμφιέζεται καλύτερα από όλους!

Φτάνοντας, λοιπόν, τόσο πίσω, στους αρχαίους χρόνους, άρχισα να συλλέγω όλες τις πληροφορίες σχετικά με τη διαμόρφωση της μορφής του Άη Βασίλη, ώστε να μπορέσω να επιστρέψω στο σήμερα.

Και ναι, υπήρξαν πολλές αλλαγές από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα: λαογραφικές, θρησκευτικές, συγγραφικές, καλλιτεχνικές και φυσικά εμπορικές, συλλέγοντας στοιχεία από διάφορες χώρες και έθιμα. Στην ουσία είναι ένα συναρπαστικό ταξίδι στον χρόνο και στη Δύση, που σίγουρα χρειάζονται πολλές σελίδες για να καταγραφεί.

Αλλά πώς μπορείς να μιλήσεις στα παιδιά, μικρά και μεγάλα, για όλες τις ρίζες και την εξέλιξη του Άη Βασίλη ανά τους αιώνες χωρίς να τα κάνεις να βαρεθούν; Φυσικά με μια ιστορία. Ένα παραμύθι. Γιατί πίσω από κάθε παραμύθι κρύβεται και μια σπουδαία αλήθεια.

Τούτο το παραμύθι, λοιπόν, το έγραψα τον Δεκέμβριο του 2016. Έναν χρόνο αργότερα δημοσιεύτηκε στο Will o Wisps σε δύο μέρη με τίτλο «Πώς ο θεός Διόνυσος έγινε ο Άγιος Βασίλης». Την επιλογή των εικόνων την έκανε η φίλη μου και χρόνια συνεργάτης Μαριλένα Μέξη. Μερικούς μήνες αργότερα ο εκδότης μου, Χρήστος Μωραίτης, πίστεψε στο βιβλίο και δέχτηκε να προχωρήσουμε στην έκδοση του. Από εικονογράφηση προτιμήσαμε να συμπεριλάβουμε παλιές εικόνες στις οποίες απεικονίζονται όλα τα στάδια της μεταμόρφωσης του Σάντα Κλάους.

Και έτσι προέκυψε αυτό το όμορφο βιβλιαράκι.

Ιδού λοιπόν το Γελαστό Πνεύμα των Γιορτών. Μια ιστορία για τα παιδιά, μεγάλα και μικρά, που πιστεύουν στον Άη Βασίλη.

Εύχομαι οι αναγνώστες να εκτιμήσουν τη συγκεκριμένη ιστορία και κάθε φορά που βλέπουν τον Άη Βασίλη να θυμούνται με χαμόγελο την αληθινή καταγωγή του.

Γιώργος Χατζηκυριάκος, 2017

Από τον πρόλογο του βιβλίου.

Το βιβλίο Το Γελαστό Πνεύμα των Γιορτών κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μωραίτη.

IMG_20181220_201152

Posted in Χωρίς κατηγορία | Σχολιάστε

Τί απέγινε το Τραγούδι του Χρόνου;

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

11 χρόνια γράφω την ίδια ιστορία. Αυτή με τα Χριστούγεννα, τον Χρόνο και τα δυο παιδιά. Θα μπορούσα να έχω γράψει άλλα πράγματα, περισσότερο επιτυχημένα και τουλάχιστον συνεπή. Και όπως έγινε παλιότερα με τον Ονειροβάτη και αργότερα με το Irish Bastard και το Ταξίδι του Βάρδου, να πετούσα από πάνω μου το φορτίο μιας δουλειάς που ολοκληρώθηκε, δίνοντας συνέχεια στην επόμενη. Δημιουργοί είμαστε, πρέπει να δημιουργούμε.
Αλλά αυτή η ιστορία η εντεκάχρονη (που σίγουρα είναι παραπάνω από δεκάχρονη μιας και προηγούμενες εκδοχές της είχαν ξεκινήσει από το 2006) έχει κάτι. Δεν ξέρω τι. Πολλές φορές ευχόμουν να μην την είχα ξεκινήσει ποτέ, πόσο μάλλον να μπω στη διαδικασία της έκδοσης. Βλέπετε, στο μυαλό ενός ελαφρόμυαλου 25χρονου συγγραφέα της προηγούμενης δεκαετίας, τα πράγματα φαντάζουν κάπως έτσι: πρώτο βιβλίο, δεύτερο βιβλίο, τρίτο βιβλίο, μετάφραση στο εξωτερικό, κινηματογραφική μεταφορά και ελληνοαμερικάνικα όνειρα του κώλου καποιας Αγγλίδας σταχτοπούτας.

Ναι καλά… Οι ήρωες μου δεν έγιναν κουκλάκια στο Athenscon. Σάπισαν σε ένα βιβλιοπωλείο που βάρεσε κανόνι λόγω κρίσης. Κρίσης οικονομικής. Κρίσης πολιτισμικής. Κρίσης ταυτότητας. Κρίσης πανικού. Κρίσης γενικά.


Και εγώ συνέχισα. Επέμεινα και συνέχισα να γράφω τα επόμενα κομμάτια αυτής της μεγάλης ιστορίας. Που όταν την άρχισα ήμουν ελεύθερος. Και τώρα έχω μια κόρη που έφτασε στην ηλικία της πρωταγωνίστριας και την ξεπέρασε. Μα κανείς δεν έμαθε την Φωτεινή. Ούτε και τον Λουκά. Ούτε τον Τόμας, τον Νούριελ, τον Λέιλακ και τους υπόλοιπους της παρέας. 

Αγαπώ την ίδια γυναίκα 15 χρόνια. Ακούω τα ίδια τραγούδια 20 χρόνια. Σκέφτομαι και κάνω τις ίδιες μαλακίες 25 χρόνια. Και όλα αυτά με το ίδιο πάθος. Αλλά γιατί;


Γιατί άραγε; Γιατί μένουμε αγκυροβολημένοι κάπου ενώ όλα γύρω μας αλλάζουν και προχωρούν;


Επειδή δεν μπορούμε να τα αποχωριστούμε. Όχι, δεν μπορούμε. Ούτε και θέλουμε. Τα αγαπάμε. Κι ας μας λένε πως κάποτε θα τα βαρεθούμε.


«Από μόνος σου θα κόψεις τα μαλλιά. Από μόνος σου θα πάψεις να ακούς μέταλ. Θα ωριμάσεις. Θα μεγαλώσεις»


Γιατί γράφουμε περιπέτειες; Γιατί χανόμαστε σε άγνωστους κόσμους; Γιατί χάνουμε το χρόνο μας σε ένα επάγγελμα που είναι από την αρχή καταδικασμένο;


Είναι το repeat. Αυτό το «πάλι!» που σου λέει στο αμάξι το παιδί όταν τελειώνει το αγαπημένο του τραγούδι. Τα ατέλειωτα καλοκαίρια, οι Παρασκευές, τα Χριστούγεννα των παιδικών μας χρόνων.


10 χρόνια στη Νοέλα δεν είναι πολλά. Είναι λίγα δευτερόλεπτα.


Άσε το Χρόνο να βιάζεται. Έτσι κι αλλιώς πάντα τελευταίοι θα ερχόμαστε.


«Καπετάνιε; Έχει κι άλλο δωμάτιο μετά από αυτό;»
«Μη σκέφτεσαι το παρακάτω. Θα γεράσεις γρήγορα, μικρέ.»

Γιώργος Χατζηκυριάκος

Posted in Χωρίς κατηγορία | Σχολιάστε

Λέτι σνόου, λέτι σνόου, λέτι σνόου… (στολίζοντας από τον Οκτώβρη)

images (6)

Φαγώθηκαν και πάλι οι δέκα φυλές της Αττικής να στολίσουν για τα Χριστούγεννα δύο μήνες πριν από τα Χριστούγεννα. Δεντράκια, φιογκάκια, φωτάκια, ελαφάκια, σκατάκια και χιονάκια. Μαγεία αμερικάνικη, νεουρκοέζικη με το χιόνι να πέφτει έξω από το τζάμι ενώ μέσα το τζάκι να καίει και ο Σινάτρας να τραγουδάει για Γουάιτ Κριστμας και Γουάιτ Γουόκερς.

Έτσι συμβαίνει από τότε που ο Αη Βασίλης μετακόμισε από την Καισαρεία στον Βόρειο Πόλο και από τότε που ο Βαβαρός μας φίλος, ο Όθωνας, μας έφερε το γερμανικό έθιμο του στολισμένου ελάτου, κάτι που δεν είχαμε στο χωριό μας, όπως το Halloween. Βεβαίως είχαμε το καράβι εμείς, αν και παίζει και τούτο να είναι έθιμο ολλανδικό, αν είσαι μαμούνι και τα ψάχνεις σε βάθος όλα αυτά τα ωραία πραγματάκια. Στο τέλος βέβαια θα καταλήξεις ότι όλα τούτα, καράβια, δέντρα, αγιοβασίληδες και μικροί Χριστοί, ξεκίνησαν από τον θεό Διόνυσο, αλλά για όλα αυτά θα μιλήσουμε μια άλλη φορά.


Ας επιστρέψουμε στο σήμερα και στις δέκα φυλές της Αττικής (ή πόσες είναι τέλοσπαντων) που έχουν αυτή τη μανία να στολίζουν για τα Χριστούγεννα από τις αρχές του Οκτώβρη. 


Ζούμε σε μια πόλη που το χιόνι πέφτει πολύ σπάνια. Συνήθως το όμορφο αυτό χριστουγεννιάτικο χιονισμένο τοπίο, το βλέπουμε στην Αθήνα εκεί προς Φλεβάρη μεριά. Και αυτό βέβαια για μια δύο μέρες, εξαρτάται από τον καιρό και την περιοχή. Είναι δηλαδή πιο πιθανό να χιονίζει τις Απόκριες παρά την Πρωτοχρονιά. Για αυτό και εκείνες τις μέρες βλέπεις να κυκλοφορούν έξω δέκα μπάτμαν με τρία μπουφάν ο καθένας – τι κακό κι αυτό;


Τα πρώτα τα καλά τα χιόνια τα ρίχνει μετά του Αη Γιαννιού, δηλαδή όταν έχουν φύγει και οι γιορτές και τα Χριστούγεννα και τα Φώτα και έχουμε μείνει εμείς με την ξενέρα, την μουντάδα, την μαυρίλα, τις άδειες τσέπες και τα παραπανίσια κιλά. Δεν μοιάζει σαν το Πνευμα των Χριστουγέννων να μας τρολάρει για τα καλά; Εκτός και αν είναι μαζί με τους Παλαιοημερολογήτες που γιορτάζουν τα Χριστούγεννα με μια μικρή καθυστέρηση.
Αλλά έτσι είναι φίλοι. Το σνόου πέφτει μετά τα Χριστούγεννα, όταν πια έχουμε ξεστολίσει και ξενερώσει.
Ωστοσο οι Αθηναίοι και τα υπόλοιπα εννιά φύλα της Αττικής, έχουν την μανία να στολίζουν από τα μισά του Οκτώβρη. Έλατο στο σαλόνι με σημαία στο μπαλκόνι και αγιοβασίληδες στο Πολυτεχνείο. Και από καιρό; Καλοκαίρι! Βερμούδες, κοντομάνικα και κουνούπια. Πολλά κουνούπια. Και αυτός ο καημένος ο Νοέμβρης, ο μοναδικός αληθινός φθινοπωρινός μήνας που μας έχει απομείνει, ντύνεται αναγκαστικά Δεκέμβρης.


Γιατί; Γιατί τόση βιασύνη;


Δεν θα ήταν καλύτερα να στολίζαμε όπως παλιά από την αρχή του Δεκέμβρη και να το κρατούσαμε μέχρι να μπουν οι Απόκριες; Να γλυκάνουμε κάπως αυτόν τον μαύρο και μουτζούφλη μήνα που λέγεται Γενάρης. Να διατηρούμε όλα εκείνα τα σύμβολα της φύσης και του ουρανού (δέντρα, φώτα και αστέρια) όλο το χειμώνα αντί να κλέβουμε από το φθινόπωρο και το παρατεταμένο καλοκαίρι;


Γιου νόου νάθινγκ Τζον Σνόου. Λέτι σνόου, λέτι σνόου, λέτι σνόου.

Γιώργος Χατζηκυριάκος

ΥΓ: όλα αυτά τα σκέφτεται και γράφει ένας ορκισμένος Χριστουγεννόφιλος που έχει εκδόσει ήδη τρία βιβλία με χριστουγεννιάτικες ιστορίες και έχει ακόμα καμιά δεκαριά παραμύθια και άρθρα στο ενεργητικό του. Τσεκάρετε τη σειρά φαντασίας «Το Τραγούδι του Χρόνου» και το «Γελαστό Πνεύμα των Γιορτών»

Posted in Χωρίς κατηγορία | Σχολιάστε

Χάλλονας: το ελληνικό Halloween που επιζεί από τα αρχαία χρόνια

Σας αρέσει το Halloween αλλά σας ενοχλεί που κάθε τρεις και λίγο έρχονται και σας ρωτούν αν «το είχατε και στο χωριό σας». Σας λένε με ύφος αυστηρό ότι το Halloween είναι αμερικάνικο και πως ουδεμία σχέση έχει με τον ελληνικό πολιτισμό.

Μη θυμώνετε και μη στεναχωριέστε. Μπορείτε κάλλιστα να τους μιλήσετε για τον Χάλλονα και να τους αποδείξετε ότι το Halloween όχι μόνο αμερικάνικο δεν είναι αλλά αρχαιοελληνικό.

Και αν δεν ξέρετε τι ήταν ο Χάλλονας, θα σας πω.

celtic-halloween
Ο Χάλλονας είναι πανάρχαιη ελληνική γιορτή συνδεδεμένη με τη λατρεία της Δήμητρας και της Περσεφόνης. Η γιορτή ήταν αφιερωμένη στις ψυχές των νεκρών και είχε μαντικό και μαγοθρησκευτικό χαρακτήρα. Εορταζόταν στο τέλος του Οκτώβρη, τότε που σκοτείνιαζε νωρίς και που έπιαναν τα πρώτα κρύα του χειμώνα.

Η προέλευση της λέξης Χάλλονας είναι άγνωστη. Πιθανόν προέρχεται από τον Χαλλόνιο Δία, εκείνον που «χάλασε τη σχέση μάνας και κόρης» για χάρη του άδελφού του, του Άδη και του Κατω Κόσμου. Άλλη εκδοχή της προέλευσης συνδέει τον Χάλλονα με τα αλώνια όπου συνήθως λάβαινε τόπο η γιορτή ή από το ρήμα αλωνίζω, λόγο της αυξημένης κίνησης των πιστών που έτρεχαν από εδώ και από εκεί με δάδες, αναζητώντας την Περσεφόνη. Υπάρχει και μια τρίτη που συνδέει τον Χάλλονα με κάποιον από τους Τιτάνες που κατακεραυνώθηκε από τον Δία, ενώ πιο πριν λατρευόταν ως προστάτης της γης και της αλλαγής των εποχών, όπως ο Κρόνος.

QDkbm3WUHJgAeZG6PmuHtPer

Στη γιορτή του Χάλλονα πίστευαν ότι άνοιγε ο Κάτω Κόσμος για να υποδεχτεί τη θεά Περσεφόνη. Στο άνοιγμα αυτό έβγαιναν έξω οι ψυχές και στοίχειωναν τους ζωντανούς για αυτό και οι άνθρωποι άφηναν πάντα φαγητό έξω από τα σπίτια και τις αυλές ενώ απέφευγαν τα σταυροδρόμια μην και πετύχουν κανένα κακόβουλο πνεύμα, όπως τις Κήρες που αναζητούσαν την αργοπορημένη θεά για λογαριασμό του Άδη.

Στο Χάλλονα τηρούνταν το έθιμο του Τρικοτράτη, αυτό που αργότερα μετονομάστηκε σε Τρίκι-Τρίκι. Ο Τρικοτράτης ήταν αρχιερέας της θεάς Δήμητρας που πήγαινε από πόρτα σε πόρτα κρατώντας έναν πυρσό και ένα ρόδι, ρωτώντας τους κατοίκους αν «είδαν την κόρη». Ο Τρικοτράτης ήταν ο πρώτος που θέσπισε το έθιμο της μάσκας και από τότε όλοι πιστοί φορούσαν θλιμμένα προσωπεία.

a2b8886854690c11384ff451e1d62300

Άλλο έθιμο του Χάλλονα ήταν το κατέβασμα του φεγγαριού. Μαζεύονταν οι ιέρειες της Δήμητρας σε ένα χωράφι όπου έστηναν μια ιερή χύτρα. Ρωτούσαν ψηλά στον ουρανό τη Σελήνη να τους πει πού ήταν κρυμμένη η Περσεφόνη και ποιος την είχε κλέψει. Επειδή όμως το φεγγάρι δεν τους απαντούσε, το παγίδευαν μέσα στη χύτρα και το κατέβαζαν για να τους αποκαλύψει την κρυψώνα. Τότε ήταν που τρέχανε αλαφιασμένες και χτυπούσαν τη γη με βέργες ξύλων.

Χαρακτηριστικό του Χάλλονα ήταν το ρόδι-φανάρι που κρατούσαν οι πιστοί. Αφού μαδούσαν τελετουργικά τα σπόρια του ροδιού για να τα συλλέξουν και να τα προσφέρουν στους θεούς, άφηναν το ρόδι κούφιο και του άναβαν μέσα την ιερή φλόγα. Αν η φλόγα έκαιγε για μέρες, ο πιστός και ο οίκος τους θα είχαν καλό χειμώνα. Πολλούς αιώνες αργότερα το ρόδι αντικαταστήθηκε με νεροκολύθες.

ba513ad16751cf4866c92aea7bf899e8

Ο Χάλλονας συνεχίστηκε και στα χρόνια του Βυζαντίου όπου και απορροφήθηκε από τον Χριστιανισμό στα χρόνια του Μέγα Θεοδόσιου. Τα έθιμα παρέμειναν τα ίδια απλώς άλλαξε η λατρεία της θεάς Δήμητρας που έδωσε τη θέση της στον Άη Δημήτρη. Ο Χάλλονας επέζησε επειδή εορταζόταν στην επαρχία και πάντα με το πρόσχημα της γιορτής και του θανάτου του Αγίου Δημητρίου, μεγάλου αγίου του φθινοπώρου. Το μόνο που άλλαξε ήταν το έθιμο με το κατέβασμα του φεγγαριού το οποίο τηρούνταν κρυφά από γυναίκες. Τις γυναίκες αυτές τις κατηγορούσαν ως μάγισσες και αν τύχαινε να συλλάβουν κάποια να συμμετέχει στο τελετουργικό, την χτυπούσαν με σκουπόξυλα για να φύγει από μέσα της ο Διάβολος.

Επί Φραγκοκρατίας και Τουρκοκρατίας στον Χάλλονα προστέθηκαν τα Μουέρτια και το έθιμο του Μαμπούνη. Τα Μουέρτια ή Μόρτικα ή Μορτίκια είχαν να κάνουν με προσφορές στους νεκρούς. Όσο για τον Μαμπούνη, ήταν και αυτό ένα είδος προσφοράς που είχε περισσότερο χαρακτήρα φόρου παρά γιορτής. Οι Τούρκοι πίστευαν πως αν δεν πλήρωνες τον Μαμπούνη, εκείνος έστελνε τους Εννιά Μαύρους Χατζήδες ή Νάνους να αρπάξουν τα παιδιά και να φέρουν αρρώστιες και καταστροφή.

https___blogs-images.forbes.com_kristinakillgrove_files_2015_10_Clusone_danza_macabra_detail-1200x658

Η γιορτή του Χάλλονα επιβίωσε μέχρι τα χρόνια του Όθωνα καθώς και του Γεώργιου του Α’ όπου και ήρθε στην Αθήνα. Όμως το έθιμο του Τρίκι-Τρίκι είχε αρχίσει να γίνει βίαιο και έδινε την ευκαιρία σε τραμπούκους και ληστές να εισβάλουν σε σπίτια και να βασανίζουν κόσμο.

Ο Χάλλονας απαγορεύτηκε με βασιλικό διάταγμα λίγο πριν την αρχή του 20ου αιώνα. Τον επανέφεραν αργότερα οι πρόσφυγες του Πόντου και της Μικράς Ασίας αλλά οι Αθηναίοι όχι απλώς τον είχαν ξεχάσει αλλά τον θεώρησαν έθιμο ξενόφερτο και σατανικό.

Ο Χάλλονας έκανε ξανά την εμφάνιση του στην Αθήνα τη δεκαετία του 2010 όπου συνδέθηκε με τη γιορτή των Καθολικών Halloween ή αλλιώς η Παραμονή των Ψυχών ή η Γιορτή των Αγίων Πάντων.

Χαρούμενο Χάλλονα λοιπόν,
και του Χρόνου!

Γιώργος Χατζηκυριάκος 2018

ΥΓ: φυσικά πρόκειται για τρολάρισμα και προϊόν προσωπικής επινόησης. Συνέδεσα αρχαία φθινοπωρινά έθιμα με ιστορικά γεγονότα για να κατασκευάσω έναν μύθο καθαρά για θέμα σατυρικό. Άλλωστε στο πνεύμα του Halloween συγκαταλέγονται οι φάρσες και σκανδαλιές. Φάρσα λοιπόν!

Posted in Χωρίς κατηγορία | Σχολιάστε