Αυτή η τεράστια λαμπάδα, η Νοτρ Νταμ

notr dm

Κάηκε χθες. Η Νοτρ Νταμ, η Παναγία των Παρισίων.

Δεν ξέρω πως ξέσπασε η φωτιά. Δεν μπήκα στον κόπο να το ψάξω. Η είδηση μου βγήκε ξαφνικά στο facebook κάπου εκεί στο απόγευμα, όταν έκανα διάλειμμα από τη δουλειά. Αρχικά νόμιζα ότι ήταν ελεγχόμενη και ότι θα την έσβηναν σύντομα. Και στο πέρα-βρέχει-μυαλό μου, η είδηση φαινόταν αστεία. Κάτι σαν να άρπαξαν τα κεριά από τη βλακεία κάποιου αλλά όλα καλά.

Μα η φωτιά δεν έσβηνε. Και δεκάδες φίλοι συνέχιζαν να ποστάρουν την πυρκαγιά μέχρι αργά το βράδυ.

Και η Νοτρ Νταμ κάηκε. Και αυτό δεν ήταν καθόλου αστείο. Ούτε κάτι για το οποίο άξιζε να χαρείς.

Ούτε βέβαια και για να πανικοβληθείς. Αλλά να προβληματιστείς, ναι. Και να λυπηθείς επίσης.

Αλίμονο! Μιλάμε για ένα μνημείο τόσων αιώνων. Έναν χώρο λατρείας που κατάφερε να συνδέσει τον χριστιανισμό με τον παγανισμό και το γοτθικό στοιχείο. Έναν θρίαμβο της αρχιτεκτονικής και της γλυπτικής. Ένα αληθινό έργο τέχνης Η Παναγία των Παρισίων. Η Νοτρ Νταμ. Ένα έμβλημα φόβου και ελπίδας.

Και το κάψανε.

Και κάποιοι γελούσαν. Και πανηγύριζαν. Και αστειεύονταν. Και γέμιζαν το ίντερνετ με εξυπνάδες, απειλές, άστοχες συγκρίσεις και κακίες.

Αλλά δεν με εκπλήσσει. Όχι δεν με εκπλήσσει. Τα ίδια γίνονταν και το 2001 όταν έπεφταν οι Δίδυμοι Πύργοι καταβροχθίζοντας χιλιάδες ανθρώπους που πέθαιναν μες στην αγωνία. Χαρές, πανηγύρια «καλά να πάθετε» και τέτοια. Όλα αυτά βέβαια σε μια άλλη εποχή, χωρίς γρήγορο ίντερνετ, χωρίς social media, χωρίς να ακούς τη γνώμη (πόσο μάλλον τη βρισιά) του καθενός στο facebook και στο youtube. Αλλά τι και αν πέρασαν τόσα χρόνια από την 11η Σεπτεμβρίου; Η καφρίλα μπροστά στην εικόνα της καταστροφής παραμένει η ίδια.

Όχι βέβαια πως δεν υπάρχει και το άλλο άκρο. Δεν πρόλαβε καλά-καλά να καεί η Νοτρ Νταμ και αρχίσαμε πάλι τα ζεσουί, τα πρέι φορ, τα ριπ, τα δακρύβρεχτα σκίτσα και τις θεωρίες συνωμοσίας.  Ακόμα και έτσι όμως, με εξαίρεση το τελευταίο, είμαι με το μέρος αυτών των ανθρώπων. Αν μην τι άλλο υπάρχει μια ευαισθησία μέσα σε όλον αυτόν τον θρήνο. Και είναι απολύτως λογικό να υπάρχει.

Η ευαισθησία μας έκανε ανθρώπους. Και ως άνθρωποι δημιουργήσαμε. Φτιάξαμε ναούς, μνημεία, τέχνες, μουσική, ποίηση, λογοτεχνία. Κάτι να αφήσουμε στους επόμενους. Κάτι για να θυμόμαστε τους προηγούμενους. Κάτι για να γεφυρώσουμε το χθες με το αύριο. Κάτι για να μείνει όταν εμείς θα έχουμε φύγει. Κάτι για να συγχωρέσει τα λάθη, τα πάθη και την κακία μας.

Σαν την Παναγία των Παρισίων.

Πάει τώρα, κάηκε. Δεν πειράζει, μπορεί να την επισκευάσουν. Κάτι διασώθηκε, θα τα καταφέρουν. Και ίσως η φωτιά να ξεχαστεί ή να είναι πληροφορία μιας κακής (μα πραγματικά κακής) χρονιάς όπως το 2019, στην ιστορία του μνημείου.

Και ίσως τότε να πάω να την επισκεφτώ. Όχι πως με έτρωγε και ποτέ. Ούτε και ήμουν από εκείνους τους τυχερούς που βρέθηκαν εκεί και τη φωτογράφησαν και την έχουν ζωντανή στην μνήμη τους. Η δική μου Παναγία των Παρισίων βρίσκεται ακόμα στη θέση της, ένα τρισδιάστατο παζλ που είχαμε φτιάξει με τον αδελφό μου πριν από 20 χρόνια, τότε που ήμασταν ακόμα γυμνασιάκια. Και είναι ακόμα όρθια και στέκεται καμαρωτή στο σπίτι του Πάρη για να μας θυμίζει όχι τόσο τους άγνωστους αιώνες του σκοτεινού ευρωπαϊκού πολιτισμού, αλλά τα δικά μας αθώα παιδικά χρόνια, τότε που η τέχνη ήταν πιο κοντά μας και το μέλλον φάνταζε συναρπαστικό. Να μας θυμίζει την ταινία της Disney που είχαμε δει μικράκια ακόμα στο σινεμά και το βιντεοκλάμπ (τι είναι πια αυτό, ε;) που ρωτούσαμε πότε θα την φέρει σε κασέτα (σε τι;) για να το ξαναδούμε. Τις μινιατούρες στα αυγά kinder και τα παιχνίδια στις λαμπάδες. Το παλιό σπίτι, το σχολείο, το σινεμά, ότι έμεινε πίσω στον προηγούμενο αιώνα μαζί με τους παιδικούς μας εαυτούς.

Στην τελική για αυτό υπάρχουν τα μνημεία. Για να θυμίζουν κάτι. Κάτι ξεχωριστό στον καθένα.

grlkerntp-353x221

Κλείνω με ένα απόσπασμα από το αγαπημένο μου βιβλίο The Halloween Tree, όταν τα αγόρια βοηθούν στο μαγικό χτίσιμο της Παναγίας των Παρισίων:

«Και τώρα αγόρια μου, τι πρέπει να κάνουμε για να τρομάξουμε όλους αυτούς που μας τρομάζουν και να τρομάξουμε τους κυνηγούς;» είπε ο Μάουντσραουντ μέσα από ένα σύννεφο. «Τι είναι αυτό που είναι μεγαλύτερο από τους δαίμονες και τις μάγισσες;»
«Μεγαλύτεροι θεοί;»
«Μεγαλύτερες μάγισσες;»
«Μεγαλύτερες εκκλησίες;» μάντεψε σωστά ο Τομ Σκέλτον.

«Φτιάξτε μια εκκλησία που να μπορεί να τη δει κανείς από χιλιόμετρα μακριά. Φτιάξτε μια εκκλησία τόσο ψηλή και διάσημη που να έχει έναν καμπούρη να χτυπάει τις καμπάνες της. Λοιπόν, αγόρια μου, βοηθήστε με να τη χτίσουμε πέτρα-πέτρα, τούβλο-τούβλο, κολόνα-κολόνα. Ας χτίσουμε…»
«Τη Νοτρ Νταμ» φώναξαν όλοι.

«Τέρμα πια οι φωτιές των μαγισσών. Το μόνο που υπάρχει τώρα είναι αυτή η τεράστια λαμπάδα, η Νοτρ Νταμ»

Το Δέντρο των Αγίων Πάντων (The Halloween Tree)
Ρέυ Μπράντμπερι

 

 

 

 

 

Advertisements
Posted in Χωρίς κατηγορία | Σχολιάστε

Και ο ψωριάρης μόνος

abandoded

Πετυχαίνω φίλους στο δρόμο. Μου λένε ότι διαβάζουν τα κείμενα που ανεβάζω στο facebook και ότι τους αρέσουν πολύ, ειδικά εκείνα τα μυθολογικά και τα σουρεαλιστικά για τον Πειραιά. Όχι μόνο για αυτά αλλά και για άλλα. Μου λένε ότι γράφω ωραία και ότι θα μπορούσα να βγάλω βιβλίο ή ότι θα μου ταίριαζε να αρθρογραφώ σε κάποιο περιοδικό ή website.

Ευχαριστώ παιδιά. Ειλικρινά ευχαριστώ. Αρθρογραφώ ήδη σε δύo sites ενώ στο παρελθόν έγραφα άρθρα και σε περιοδικά. Τουλάχιστον τρία, από όσο μπορώ να θυμηθώ.

Και από βιβλία; Πρέπει να έχω γράψει μέχρι στιγμής γύρω στα δέκα. Μυθιστορήματα, παιδικά, θεατρικά, νουβέλες, διηγήματα, παραμύθια. Φαντασία, τρόμος, πεζογραφία, χρονογράφημα, σχεδόν από όλα. Ω και κάτι ποιήματα της κακιάς ώρας.

Κοινώς γράφω πολλά χρόνια. Πάνω από 15. Και ήθελα να γίνω επαγγελματίας συγγραφέας-μυθιστοριογράφος. Ήθελα. Και ακόμα το θέλω.

Αλλά δεν έχει σημασία το τι ήθελα. Σημασία έχει ότι γράφω. Και ότι δεν το ξέρει κανένας. ή σχεδόν κανένας.

Δεν φταίτε εσείς που δεν το ξέρετε. Αλίμονο, πού να γνωρίζετε ότι έχουν εκδοθεί τρία βιβλία μου και ένα παιδικό. Καλά-καλά δεν το ξέρω εγώ, αφού… κίνηση καμία δεν υπάρχει. Καμία. Πουθενά.

Όποτε πάω να κάνω κάτι για να προωθήσω κάποιο από τα βιβλία μου, κάπου κάτι θα κολλήσει. Τη μια ο εκδότης τα χάλασε με το τάδε βιβλιοπωλείο. Την άλλη τα έσπασε με το τάδε site προώθησης. Μετά δεν έχει χρήματα για διαφήμιση ή χρόνο για σωστή διανομή. Και φυσικά δεν μπορεί να καλύψει τα έξοδα για μια παρουσίαση ή για συμμετοχή σε φεστιβάλ βιβλίου.

Και το βιβλίο; Δεν είναι πουθενά. Ή σχεδόν πουθενά.

Αλλά δεν φταίει μόνο ο εκδοτικός. Πάνω κάτω όλοι τους έτσι είναι. Καθένας με τις αδυναμίες και τα στραβά του. Στην αρχή του χρόνου ένας άλλος εκδοτικός με κάλεσε για συνεργασία. Ήθελε να έχουμε βγάλει βιβλίο μέχρι την άνοιξη. Δεν το βγάλαμε. Δεν το πρόλαβε. Δεν τα κατάφερε.

Ας μην πω για τον προηγούμενο εκδοτικό-φάντασμα που έβγαλε το Τραγούδι του Χρόνου και τη δεύτερη του έκδοση. Ας μην πω για αυτόν

Μα όπως είπα, δεν φταίνε μόνο οι εκδότες. Το σύστημα των βιβλίων στην Ελλάδα έχει γίνει τόσο πολύπλοκο που οι εκδοτικοί αντιμετωπίζουν ένα σωρό δυσκολίες που δεν είναι του χεριού τους. Και τυχαίνει πολλοί συγγραφείς να μην μπορούν να τις κατανοήσουν μιας και δεν έχουν εμπειρία σαν τη δική μου. Την εμπειρία του βιβλιουπάλληλου.

Αλλά γιατί τα γράφω όλα αυτά; Επειδή δεν θα είμαι αυτό το σαββατοκύριακο στο Fantasmagoria.

Το Fantasmagoria το διοργανώνει μια αξιόλογη ομάδα συγγραφέων του Φανταστικού από τη Θεσσαλονίκη. Ένα διήμερο φεστιβάλ αντίστοιχο του Φantasticon της Αθήνας. Τόσο στο ένα φεστιβάλ όσο και στο άλλο, συγγραφείς και εκδοτικοί από τον ελληνικό χώρο του φανταστικού συναντιούνται, εκθέτουν τα βιβλία τους, δίνουν ομιλίες και κάνουν παρουσιάσεις. Και κάθε νέα κυκλοφορία είναι εκεί.

Αλλά εγώ δεν θα είμαι. Ούτε τα βιβλία μου. Κανένα από αυτά.

Λες και με βαράει κατάρα, πάντα απουσιάζω από τα συγκεκριμένα φεστιβάλ. Είναι ένας χώρος τον οποίο τον υπηρετώ χρόνια. Αλλά δεν είμαι εκεί. Πάνε νέοι συγγραφείς, πάνε παλιοί, γνωστά και άγνωστα ονόματα του χώρου που αγωνίζονται για την ανάδειξη της ελληνικής λογοτεχνίας του φανταστικού.

Μα εγώ πάντα έξω.

Γιατί;

Ας πούμε ότι δουλεύω. Πραγματικά αυτός είναι ο λόγος που δεν θα μπορέσω και αυτή τη φορά να παρευρεθώ εκεί. Ειδικά τους τελευταίους μήνες το Κράκεν τα σαββατοκύριακα με κρατάει δεσμώτη. Δεν έχω αντικαταστάτη και δεν μπορώ να αφήσω τη δουλειά μου. Λογικό, κατανοητό και τίμιο.

Αλλά τα βιβλία; Γιατί δεν μπορούν να είναι εκεί τα βιβλία μου;

Για λόγους του εκδότη. Του κάθε εκδότη από αυτούς με τους οποίους έχω συνεργαστεί. Ο ένας δεν ασχολείται με αυτά, ο άλλος δεν βρίσκει λόγο  να διαθέσει χρήματα για δύο τίτλους όλους και όλους.

Οπότε γεια σου και πάλι Fantasmagoria. Θα είναι όλοι εκεί. Φίλοι και γνωστοί, συγγραφείς και καλλιτέχνες. Η Άρπη, το Λυκόφως και πρώτη πρώτων οι εκδόσεις Πηγή με τους εκατοντάδες πρωτοεμφανιζόμενους. Θα είναι εκεί όπως και πάντα, στο Fantasmagoria, στο Fantasticon και όπου υπάρχει ελπίδα για την ανάδειξη του ελληνικού Φανταστικού.

Και ο ψωριάρης μόνος.

Δεν είναι τόσο που χάνω το φεστιβάλ. Ούτε που το ξαναχάνω.

Είναι που αυτό συμβαίνει συνεχώς. Απουσιάζω από όλα αυτά. Χάνομαι. Δεν υπάρχω. Μοιάζει σαν να μην ανήκω καν στο χώρο αυτό.

Και μια μέρα δεν θα θυμάται κανείς ότι έγραφα κι εγώ. Σαν να μην υπήρξα ποτέ.

Τελοσπάντων. Θα είμαι στον Παραμυθένιο Πύργο του Will o Wisps τον Ιούνιο. Ελπίζω μόνο να μπορέσω.

Κλείνω με μια φράση από τη σελίδα της οποίας πήρα την εικόνα του άρθρου:

«Sometimes we are left with nothing but sorrows»

 

Posted in Χωρίς κατηγορία | Σχολιάστε

17 χρόνια από το A Night at the Opera των Blind Guardian

Το θυμάμαι σαν χθες κι όμως πάνε πάνω από 15 χρόνια. Ο Μάρτης του 2002 ήταν γεμάτος φως, νοσταλγία και ανυπομονησία. Τα μυαλά μας ακόμα βρίσκονταν στη Μέση Γη του J. R. R. Tolkien, μιας και λίγους μήνες νωρίτερα είχε προβληθεί η Συντροφιά του Δαχτυλιδιού στους κινηματογράφους. Περιμέναμε πως και πως να δούμε την δεύτερη ταινία ενώ ο ερχομός της Άνοιξης μας γυρνούσε πίσω στο ειρηνικό Shire των Hobbit και αγωνιούσαμε να συνεχίσουμε το ταξίδι στην Mordor, στο Rohan και στο δάσος του Fangorn. Κι ενώ ο κόσμος προχωρούσε, εμείς παραμέναμε κολλημένοι στη Μέση Γη, πολύ πριν τα γεγονότα της Τρίτης Εποχής. Ήδη από το 1998 οι Blind Guardian, οι Γερμανοί power metallers, μας είχαν οδηγήσει εκεί μέσα από τον τελευταίο μέχρι τότε δίσκο τους. Και αυτό δεν ήταν άλλο από το Nightfall in Middle Earth, έναν δίσκο αφιερωμένο από την αρχή ως στο τέλος του στο Silmarillion, τη Βίβλο της Μέσης-Γης.

Η είδηση πως οι Blind Guardian θα έβγαζαν νέο δίσκο, είχε συνεπάρει τους φίλους του φανταστικού και της σκληρής μουσικής. Μαζί με τους Δύο Πύργους αναμέναμε την καινούργια τους δουλειά που θα μας γέμιζε με νέες εμπειρίες και θα μας έφερνε πιο κοντά στην μπάντα που λατρεύαμε. Ο δίσκος τελικά κυκλοφόρησε στις 25 Μαρτίου. Πρόκειται για το θρυλικό A Night At the Opera που πήρε το όνομα του από τον ομότιτλο δίσκο των Queen.

Εκείνο που μας μάγευε ανέκαθεν στους Blind Guardian ήταν στιχουργικές επιρροές του Hansi Kursch,τραγουδιστή και βασικού μέλους τους συγκροτήματος. Τα οχτώ στα δέκα τραγούδια τους είναι βασισμένα σε βιβλία της φανταστικής λογοτεχνίας, όπως ο Elric του Melnibone, τo Dune, το The Dark Tower και άλλα πολλά, στα οποία προστέθηκε αργότερα το Game of Thrones και το Wheel of Time. Φυσικά η μεγαλύτερη τους επιρροή ήταν η Μέση Γη του J. R. R. Tolkien, που όπως είπαμε και πριν, τους ώθησε να συνθέσουν το Nightfall in Middle Earth, το κορυφαίο έργο της καριέρας τους που ξεχώρισε όχι μόνο για τα τραγούδια του αλλά και για την θεατρικότητα με την οποία ήταν δεμένο.

 

Στο Night at the Opera οι Blind Guardian άφησαν τον R. R. Tolkien να… ξεκουραστεί. Βέβαια μια υπόνοια ότι του αφιέρωσαν κάποιο τραγούδι, υπάρχει, μιας και αρκετοί πιστεύουν ότι το Harvest of Sorrow γράφτηκε για τον Túrin Turambar και την Niënor, παρ΄όλα αυτά έχω τις επιφυλάξεις μου για την εν λόγω μπαλάντα. Στο Night at the Opera συναντούμε επικά συμβάντα και ιστορικά πρόσωπα καθώς και ήρωες της ελληνικής μυθολογίας. Ακούμε για τον τελευταίο πειρασμό του Ιησού στην έρημο (Precious Jerusalem) και για το μαρτύριο του πάνω στο σταυρό (Sadly Sings Destiny). Ακούμε για τον Nietzsche (Punishment Divide) , τον Γαλιλαίο (Age of False Innocence)  και για τον Hildebrand που συνάντησε τον γιο του στη μάχη και αναμετρήθηκε μαζί του (Battlefield) όπως συμβαίνει στο σχετικό ποίημα “Hildebrand’s Song”. Ακούμε για τον ατυχή έρωτα του Tristan και της Izolde από τον Αρθουριανό κύκλο (The Maiden and the Minstrel Knight). Ακούμε για την μάντισσα της Τροίας, Κασσάνδρα, που προσπαθεί μάταια να προειδοποιήσει τον Αγαμέμνονα για την δολοφονία που του ετοιμάζει η Κλυταιμνήστρα και ο Αίγισθος κατά την επιστροφή του στις Μυκήνες (Under the Ice).

Το τραγούδι που έχει την πιο εξέχουσα θέση στο δίσκο, είναι το The Soulforged, το οποίο είναι και το μοναδικό που αναφέρεται σε βιβλίο φανταστικής λογοτεχνίας. Είναι αφιερωμένο σε έναν από τους πιο δημοφιλείς ήρωες της σειράς Dragonlance, στον μάγο Raistlin Majere που γνωρίσαμε και αγαπήσαμε στις τριλογίες Δράκοι και Δίδυμοι και σε πολλές ακόμα νουβέλες όπως στο «Αμόνι της Μαγείας» (Soulforged) που έδωσε και τον τίτλο στο συγκεκριμένο τραγούδι. Αξίζει να αναφερθεί ότι πολύ πριν την κυκλοφορία του δίσκου, οι Blind Guardian είχαν αναρτήσει στην ιστοσελίδα τους ένα θεματολόγιο καλώντας τους οπαδούς τους να ψηφίσουν το αγαπημένο τους θέμα ώστε να γράψουν ένα τραγούδι πάνω σε αυτό. Από τα δεκάδες θέματα η Dragonlance βγήκε πρώτη κι έτσι γεννήθηκε το παραπάνω άσμα και το Soulforged θεωρείται το τραγούδι του κοινού.

 

Φυσικά δεν γίνεται να μην αναφερθούμε στο And then there was Silence, ένα από τα πιο επιβλητικά και λυρικά κομμάτια της δισκογραφικής πορείας των Guardian και όχι μόνο. Πρόκειται για ένα μεγάλης διάρκειας τραγούδι (14 λεπτά και 6 δευτερόλεπτα) που αποτελείται από μικρές συνθέσεις και ρεφρέν. Το οπερετικό αυτό κομμάτι, αν και επρόκειτο αρχικά να συνεχίσει στιχουργικά την παράδοση του Silmarillion και του Nightfall in Middle Earth σύμφωνα με δηλώσεις της μπάντας, εστιάζει στον μύθο του Τρωικού Πολέμου, καταφέρνοντας με μαεστρία να χωρέσει όλη την ιστορία μέσα σε λίγα λεπτά. Στους στίχους συναντάμε το Μήλο της Έριδας και την επιλογή του Πάρη, τη Θυσία της Ιφιγένειας και τον θάνατο του Πάτροκλουτις προφητείες της Κασσάνδρας και την εκδίκηση του Αχιλλέα, και τέλος την καταστροφή του Ίλιου που ακολούθησε μετά το γλέντι των Τρώων αφού ξεγελάστηκαν από τον Δούρειο Ίππο. Το And then there was Silence βρίσκεται αριθμητικά στην τελευταία θέση του δίσκου αλλά λίγους μήνες νωρίτερα (Νοέμβριος 2001) είχε κυκλοφορήσει σε single μαζί με το Harvest of Sorrow, προετοιμάζοντας το έδαφος για το A Night At the Opera.

Μπορεί μεν η θεματολογία των νέων τραγουδιών να ήταν διαφορετική, χωρίς ξωτικά, δράκους και χόμπιτ, όμως όλα αυτά τα πλάσματα βρήκαν τη θέση τους στο εξώφυλλου του δίσκου. Έτσι βλέπουμε νάνους, ορκς, περιπλανώμενους φύλακες, μάγους ακόμα και έναν μπάλρογκ να κρατούν φλάουτα, βιολιά, άρπες και τύμπανα, σχηματίζοντας μια συμφωνική ορχήστρα που παίζει κάτω από  τις οδηγίες του μαέστρου. Στο οπισθόφυλλο βλέπουμε και τους ίδιους τους Guardian ντυμένους επίσημα να παρακολουθούν την όπερα. Λίγα χρόνια αργότερα, ενώ κυκλοφόρησε το  A Night Through the Looking Glass από την παγκόσμια περιοδεία του A Night At the Opera, στο σχετικό εξώφυλλο οι ρόλοι έχουν αντιστραφεί. Η μπάντα βρίσκεται επί σκηνής ενώ τα πλάσματα του φανταστικού τους αποθεώνουν. Χαρακτηριστικές είναι οι μορφές του Gollum και του Gandalf που βγάζει φωτογραφία καθώς και των Legolas και Gimli που περιμένουν στο εκδοτήριο να βγάλουν εισιτήρια.

 

Το αρχικό εξώφυλλο του Leo HaoΤο αρχικό εξώφυλλο του Leo Hao
O συγγραφέας Γιώργος Χατζηκυριάκος και οι Blind GuardianO συγγραφέας Γιώργος Χατζηκυριάκος και οι Blind Guardian

Το εξώφυλλο του A Night At the Opera σχεδίασε ο Paul Gregory αλλά αυτό που δεν γνωρίζει ο περισσότερος κόσμος είναι ότι το αρχικό εξώφυλλο που τελικά απορρίφθηκε ήταν του Leo Hao, ενός από τους κορυφαίους εικονογράφου του Φανταστικού που μεταξύ των άλλων έχει επιμεληθεί το εξώφυλλο του A Glorious Burden των Iced Earth. Δυστυχώς δεν μάθαμε ποτέ γιατί αυτή η συνεργασία δεν απέδωσε.

Το A Night At the Opera ήταν ο τελευταίος δίσκος του ντράμερ Thomen “The Omen” Stauch οποίος διαφωνούσε με τον τόσο μελωδικό και οπερετικό χαρακτήρα που είχε αρχίσει να αποκτά η μπάντα. Αποχώρησε λίγο αργότερα αφήνοντας απογοητευμένους τους οπαδούς που για τόσα χρόνια είχαν συνηθίσει να ακούν και να βλέπουν τους τέσσερις αχώριστους βάρδους μαζί. Τη θέση του ανέλαβε ο Frederic Ehmke και οι Guardian συνέχισαν την πορεία τους χαρίζοντας μας τρεις ακόμα δίσκους και πολλές ακόμα ιστορίες.

Κλείνοντας αυτό το αφιέρωμα στο 15χρονο Night At the Opera, δεν μπορώ να παραλείψω εκείνο το αγαπημένο δισκάδικο που πέρασε στην ιστορία μαζί με τόσα άλλα καταστήματα μέσω της οικονομικής κρίσης. Ήταν το Rock City το οποίο την άνοιξη του 2000 είχε καλέσει τον Hansi Kursch και τον Jon Shaffer όταν είχαν σχηματίσει το project των Demons & Wizards. Τον Μάρτιο του 2002, όταν κυκλοφόρησε το A Night At the Opera, με κάθε αγορά του δίσκου το Rock City χάριζε έναν στυλό Blind Guardian.

Τέλος, δύο μήνες μετά την κυκλοφορία του A Night At the Opera οι Blind Guardian επισκέφτηκαν τη χώρα μας για την περιοδεία του νέου τους δίσκου, παίζοντας σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Στην Αθήνα ο χώρος που τους φιλοξένησε ήταν το ιστορικό πλέονΡόδον Club. Έναν χρόνο αργότερα, στις 25 Οκτωβρίου του 2003, οι Guardian επέστρεψαν απρόσμενα για να παίξουν ακόμα μια βραδιά στο αγαπημένο τους κοινό, αυτή τη φορά στο Silo Club στον Πειραιά. Εκείνη ήταν και η πρώτη φορά που ακούσαμε ζωντανά το And then there was Silence και το παλιότερο μα αρκετά επίκαιρο Lord of the Rings, εκείνα τα όμορφα χρόνια της νέας χιλιετίας που ο νους μας ταξίδευε στη Μέση-Γη και στις ιστορίες των Βάρδων.

 

 

And then there was silence

just a voice from the Other World

like a leaf in an icy world

memories will fade

 

Σημείωση: το παρόν άρθρο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά τον Μάρτιο του 2017 στο Will o Wisps με τίτλο «15 χρόνια από το A Night At the Opera»

Posted in Χωρίς κατηγορία | Σχολιάστε

Dj Hagilander σε διπλό Irish Party 15/16 Μαρτίου

Έγινε θεσμός πια.

Ξεκίνησε πριν από τέσσερα χρόνια όταν ο φίλος μου, Σταύρος Μπέκας, μοου πρότεινε να παίξουμε μαζί dj set σε πάρτι St Paddy’s Days στο Corner Stories. Το πάρτι σημείωσε τεράστια επιτυχία και από τότε το κατάστημα καλεί κάθε χρόνο το δίδυμο Dr Bekk και Hagilander να αναλάβει την κονσόλα.

didimo

Φέτος είναι η τέταρτη συνεχόμενη χρονιά που θα παίξουμε στα Πατήσια. Το Corner Stories μετονομάστηκε σε Λοκάλ αλλά η πρόταση παραμένει όπως και το δίδυμο. Έτσι, ο Γιατρός και ο Χατζηλάντερ παίζουμε μουσική αυτό το Σάββατο 16 Μαρτίου με ξημερώματα του Αγίου Πατρικίου, της γιορτής των Ιρλανδών που έχει γίνει κάτι παραπάνω αγαπητή στη χώρα μας.

stpaddy2019

Ωστόσο φέτος είχα και δεύτερη πρόταση από το Κουκάκι, εκεί που πριν από χρόνια έπαιζα μουσική από το Cr Radio, τότε που είχα την εκπομπή Free and Green (2013-14), τη μοναδική εκπομπή που έπαιζε αποκλειστικά κέλτικη μουσική και ιρλανδέζικη μουσική. Έτσι απόψε θα βρίσκομαι στον Μπαμπά να κάνω την αρχή.

mpampas

Ευχαριστώ όλους τους φίλους για την τιμή και την προτίμηση τους. Και όπως λέει το ρητό «Είμαι Ιρλανδός όχι επειδή γεννήθηκα στην Ιρλανδία αλλά επειδή η Ιρλανδία γεννήθηκε μέσα μου»

Posted in Χωρίς κατηγορία | Σχολιάστε

Του Χειμώνα Ψίθυροι – Παρουσίαση στην Death Disco

Απόψε στις 19.00 στην Death Disco παρουσιάζουμε το νέο μας βιβλίο. Η ανθολογία «Του Χειμώνα Ψίθυροι» είναι η δεύτερη συλλογική δουλειά της συγγραφικής ομάδας του Will o Wisps. Ιστορίες από τόπους όπου ο χειμώνας είναι παντοτινός.

Στην ανθολογία συμπεριλαμβάνεται και το διήγημα μου «Ο Μικρός Κλέφτης και τα Όνειρα των Ανθρώπων», που αποτελεί πρίκουελ της Νοέλα και της σειράς «Το Τραγούδι του Χρόνου».

Για το βιβλίο θα μιλήσουν ο κουμπάρος μου Λευτέρης Κεραμίδας και η συντοπίτισσα μου Αναστασία Νεραιδόνη.

Ελάτε να ανταμώσουμε απόψε και να πούμε ιστορίες.

anthologia

 

Τα Reflections φιλοξενούν την παρουσίαση της δεύτερης ανθολογίας του Willowisps.gr.

Οι Εκδόσεις Πηγή, τα Reflections της Death Disco και το ελληνικό portal για το φανταστικό Willowisps.gr σάς προσκαλούν στην παρουσίαση του νέου βιβλίου με τίτλο «Του Χειμώνα Ψίθυροι».

Για το βιβλίο θα μιλήσουν ο Ελευθέριος Κεραμίδας (συγγραφέας), η Αναστασία Νεραϊδόνη (συγγραφέας) και η δημιουργός του site Μαριλένα Μέξη (εικονογράφος-συγγραφέας).
Αφήγηση από τον Ανδρέα Μιχαηλίδη (συγγραφέας-αφηγητής).

Το Willowisps.gr σάς προσκαλεί στη γιορτή για την κυκλοφορία του βιβλίου, αλλά και στον εορτασμό των γενεθλίων του, για τα 2 χρόνια από την ίδρυσή του!

Είσοδος ελεύθερη.

Posted in Χωρίς κατηγορία | Σχολιάστε

Η τελευταία παράσταση της Νίκης

 

Και έτσι βρεθήκαμε εκείνο το μεσημέρι της Τρίτης να αποχαιρετήσουμε την Νίκη. Μέρα μαύρη μα κατά τα άλλα ηλιόλουστη και ζεστή πριν την τελευταία πανσέληνο του χειμώνα, λευκή και λαμπερή σαν την φίλη μας που έλαμψε με το δικό της τρόπο στην τελευταία της παράσταση.

kideia_nikis_leibadari_01_0

Από νωρίς βρεθήκαμε σε τόπο θλιβερό και γερασμένο, εκεί όπου οι νεκροί μιας άλλης εποχής κοιτάζουν το κενό μέσα από παλιές φωτογραφίες, παραπονεμένα γλυπτά και τρομερά αγάλματα. Νεκροί μιας εποχής όπου η τέχνη είχε αξία τόσο στη ζωή όσο και στο θάνατο, όχι σαν σήμερα βεβαίως όπου τα πάντα σκορπίζονται στην αφάνεια και στη ρουτίνα.

Κάπου εκεί ήταν η Νίκη, ντυμένη στα λευκά. Έτσι μας είπαν.
Την ψάξαμε μα δεν την βρήκαμε. Ούτε και αυτή μας βρήκε. Τόσο πλήθος, τόση αναστάτωση. Τόσο κενό. Και κάποιες γριές που ρώταγαν αν ήμασταν και εμείς εκεί «για την κοπέλα, την ηθοποιό».

Να σου η παλιά παρέα. Τρεις στην αρχή και μετά περισσότεροι. Η παλιά φρουρά από το Εργοστάσιο της Σοκολάτας. Ο Πραλίνας, ο Τσόκο Λόκο, ο Σοκολάντερ, ο Επιστήμονας και άλλοι. Ηθοποιοί και διασκεδαστές που πια δεν είχαν διάθεση να παίξουν.

Ήρθαν πολλοί. Μα δεν ήρθαν όλοι. Και πάλι, ήταν πολλοί. Τόσοι μπόρεσαν. Τόσοι άντεξαν.

Και αγκαλιαστήκαμε και φιληθήκαμε και κλάψαμε και παρηγορηθήκαμε και ψιθυρίσαμε. Σμίξαμε με το παράπονο για την κακή μέρα που ανταμώσαμε μετά από τόσα χρόνια. «Επρεπε να φύγει η Νίκη για να βρεθούμε;»

Και κάπου εκεί την είδαμε να περνά και να φεύγει από μπροστά μας. Λευκός άνεμος που φύσηξε και έριξε τα κεφάλια μας και μας παρέσυρε μαζί με το πλήθος μέχρι το εκκλησάκι. Και την ακολουθήσαμε μέχρι που τη χάσαμε για τα καλά στον Άγιο Λάζαρο. Δεν χωρούσαμε. Σαν μια sold out παράσταση που τρέξαμε να δούμε, ξέροντας πως θα ήταν η τελευταία.

Η τελευταία παράσταση της Νίκης Λειβαδάρη.

3249876.jpg

Και εκεί παραμείναμε, στο ξέφωτο, στην μοναξιά και στην απελπισία.

Και οι παπάδες έψελναν. Μια διεστραμμένη χορωδία που ενέτεινε το μαρτύριο των συγγενών τραγουδώντας λόγια άγνωστα. Ένας πεθαμένος κόσμος που ζει από τον θάνατο αλυχτούσε παράφωνα πάνω από τα όμορφα και αδικοχαμένα νιάτα.

Και ύστερα ακούσαμε τους επικήδειους. Λόγια αγάπης και ειλικρίνειας από διάσημους ηθοποιούς και καθηγητές. Και ύστερα τίποτα. Αμηχανία. Αγχωμένα και ιδρωμένα τα νεαρά κοράκια με τα λευκά σακάκια και τις μαύρες γραβάτες, περίμεναν τον κόσμο να κάνει τον κύκλο γύρω από το φέρετρο μες στο μικρό εκκλησάκι, λέγοντας «προσέξτε το σκαλάκι, παρακαλώ».

Όλοι έπαιζαν το ρόλο τους. Και εμείς, οι ηθοποιοί, απλοί θεατές. Βλέπαμε αμήχανοι την τελευταία παράσταση της Νίκης.

Και ύστερα βουβοί ακολουθήσαμε το λευκό καράβι που πετούσε βιαστικά ανάμεσα στα κυπαρίσσια. Ανηφορίζαμε βλέποντας το να φεύγει και να χάνεται. Βιαστικά. Τόσο βιαστικά, σαν να έπρεπε να τελειώσει γρήγορα όλο αυτό το έργο. Λες και ο θάνατος στα 33 δεν είναι από μόνος του βιασύνη.

Πάει το λευκό καράβι, έφυγε. Δεν το είδαμε. Μόνο έναν στενό λάκο ανάμεσα σε χορτιασμένα μάρμαρα και βλοσυρές προτομές. Μα ούτε κι αυτός φαινότανε καλά-καλά. Τον κάλυψαν σωροί από λουλούδια.

Και κάπου εκεί ακούστηκε ένα χειροκρότημα. Ένα ωραίο, θαρρετό χειροκρότημα για την καλή μας ηθοποιό Νίκη. Και ύστερα σιωπή. Άγρια, απότομη και γεμάτη ενοχή.

Και φύγαμε για να μην δούμε το χώμα. Να μη δούμε το φτυάρι.

Έτσι κι αλλιώς η Νίκη δεν ήταν εκεί. Δεν πέθανε. Δεν έφυγε για τον άλλο κόσμο.

Η Νίκη έφυγε για περιοδεία.

Έτσι λέμε.

Έτσι θα λέμε.

Posted in Χωρίς κατηγορία | Σχολιάστε

Ένα αντίο στην φίλη Νίκη Λειβαδάρη

Άξαφνα ήρθαν οι λύπες. Άξαφνα.

Χθες το βράδυ, αργά, πληροφορήθηκα από τη σελίδα του Σπύρου Μπιμπίλα ότι έφυγε από τη ζωή η φίλη μου Νίκη. Ήταν μόλις 33 χρονών. Δεν την χάσαμε από τροχαίο, όπως χάνονται συνήθως (και αδίκως) νέοι άνθρωποι. Έφυγε ακόμα πιο άδικα. Την πρόδωσε η καρδιά της.

Με την Νίκη δουλεύαμε μαζί στο Εργοστάσιο Σοκολάτας στην Helexpo ένα τετράμηνο μεταξύ 2015 και 2016. Ήταν ένας υπέροχος άνθρωπος και μια ταλαντούχα ηθοποιός. Η Νίκη ήταν από τα λίγα παιδιά που μετά το Εργοστάσιο είχαν μια ανοδική πορεία στο θέατρο και την τηλεόραση. Οι περισσότεροι απλώς συνεχίσαμε να δουλεύουμε σε θεματικά πάρκα, εκδηλώσεις, πάρτι, summer camp και escape rooms. Η Νίκη πήγε ένα βήμα παραπέρα.

Δυστυχώς δεν πρόλαβα να την δω σε κάποια παράσταση. Μας πρόλαβε ο Χρόνος. Ο Χρόνος που δεν παίρνουμε ποτέ στα σοβαρά. Ο Χρόνος που μισεί τους νέους καλλιτέχνες. Τους νέους, γενικά.

Είναι πραγματικά απίστευτη η είδηση ότι δεν βρίσκεται πια κοντά μας ένα κορίτσι τόσο νέο και διψασμένο για ζωή, θέατρο και χαμόγελο.

Και πόσο τραγικό. Τέτοια μέρα, το 2016, στο Εργοστάσιο, λέγαμε για τον ξαφνικό χαμό του Παντελίδη. 33 ήταν και αυτός. Αχ βρε Νίκη… Τότε που μετράγαμε τις μέρες να τελειώσει ο Φλεβάρης και αναρωτιώμασταν πού θα παίζαμε μετά τις σοκολάτες. Τότε που σου «έκανα» τον Μητσοτάκη και γελούσες πίσω από τον τοίχο του λαβυρίνθου. Τότε που κάναμε χαβαλέ στα καμαρίνια και τρέχαμε στο κρύο και το σκοτάδι να προλάβουμε τα λεωφορεία και τα τρένα. Είχες πολλά ακόμα να κάνεις και πολλά να δώσεις.

Καλό ταξίδι βρε Νίκη. Εκεί που θα πας να γελάς και να έχει σοκολατάκια σαν εκείνα που μας κερνούσες.

NikiLivadari

Posted in Χωρίς κατηγορία | 1 σχόλιο